neo monastiri

ΒΑΡΔΑΛΗ- το χωριο

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω

ΒΑΡΔΑΛΗ- το χωριο

Δημοσίευση από Admin Την / Το Κυρ Απρ 06, 2008 2:08 pm

Λίγο
πριν ελευθερωθεί η Θεσσαλία από τους Τούρκους στα 1881 οι
Μπεκριλεριώτες, που αριθμούσαν 33 οικογένειες , αγόρασαν από τους
Τούρκους που ετοιμάζονταν να φύγουν, όλοι την ακίνητη περιουσία τους
δίνοντας πολλά γρόσια και υπογράφοντας στα Φάρσαλα ταπιά.


Το
χωριό πήρε την ονομασία του από τότε που ο Βυζαντινός αυτοκράτορας
Αλέξιος Κομνηνός , έστειλε τον Αξιωματικό του Βάρδαλη, να πολεμήσει στη
Λάρισα τον αρχηγό των Νορμανδών Βοημούνδο, που είχε ρημάξει τον τόπο
.


Τότε
ο στρατός κινούνταν αργά και για πολύ καιρό στρατοπέδευε σε ένα σημείο.
Το Βαρδαλή ήταν ο τόπος που διάλεξε να ξεχειμωνιάσει με τον στρατό του,
και όταν έφυγε η τοποθεσία πήρε το όνομα του.(ΠΗΓΗ: Σεραφείμ
Χατζόπουλος και το βιβλίο του ΅ΒαρδαλήΆ )


Σήμερα το χωριό αποτελεί Δημοτικό διαμέρισμα του Δήμου Θεσσαλιώτιδος.



ΣΥΛΛΟΓΟΙ: Σήμερα στο χωριό υπάρχει ενεργός ο Σύλλογος Γυναικών με πρόεδρο την Αποστολοπούλου Ευαγγελία , ενώ στην Αθήνα ο Σύλλογος Βαρδαλιωτών με Δ/νση Αργυροκάστρου 3 καλλιθέα Τ.Κ 17675 και πρόεδρο τον Χαραλαμπή θωμά.



ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ



1) Το Εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία.

_________________
Γνωριζω το τέλος . Η πορεια με παραπλανα...

"ΟΛΒΙΟΣ ΟΣΤΙΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΕΣΧΕ ΜΑΘΗΣΙΝ"

Admin
Admin
Admin

Αριθμός μηνυμάτων : 1288
Ηλικία : 47
Τόπος : Athens
Registration date : 17/02/2008

Character sheet
castle:
0/0  (0/0)

http://www.youtube.com/user/neomonastiri

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΒΑΡΔΑΛΗ- το χωριο

Δημοσίευση από Searafeim Hatzopoulos Την / Το Παρ Νοε 21, 2008 1:41 pm

ΕΝΘΑΔΕ ΚΕΙΤΑΙ


ΕΝΘΑΔΕ ΚΕΙΤΑΙ ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ ΤΗΣ ΕΛ.ΔΥ.Κ.

Του τάφου πάνω έγραφε η μαρμαρένια πλάκα

στης Λευκωσίας το λευκό τo νέο κοιμητήρι,

που βιαστικά το στήσανε οι Έλληνες φαντάροι,

κείνον τον μαύρο Αύγουστο, που η Κύπρος εσκλαβώθει.



Κοιμόταν μέσα ήσυχο το νέο παλικάρι,

που οι Τούρκοι το λαβώσανε εις το δεξί του γόνα

σαν μπήκαν στο στρατόπεδο, έξω απΆ τα μαγειρεία

κι έμεινε μόνο συντροφιά με τον καλό λοχία,

που όμως δεν ημπόρεσε μόνος να τον σηκώσει

κΆ είνΆ αγνοούμενος κι αυτός, όπως και τόσοι άλλοι!



Πέθανε αβοήθητος ο άγνωστος λαβωμένος;

Τον αποτέλειωσαν εκεί σαν έφτασαν οι Τούρκοι;

Κανείς ποτέ δε θα το πει από αυτούς που ζούνε.

Την άλλη τον περμάζεψαν ανθρώποι του Ερυθρού Σταυρού

με άλλους σκοτωμένους και τους παρέδωσαν μαζί,

σΆ αυτούς που είχαν ζήσει απΆ την ΕΛ.ΔΥ.Κ. στην Κύπρο μας.



Και στο χωριό το Βαρδαλή, στα πεδινά της Φθίας,

εστάλη γράμμΆ απΆ τον Στρατόν, πως ο Θωμάς ο Λύγγος,

που υπηρετούσε στην ΕΛ.ΔΥ.Κ. απΆ την τελευταία μάχη,

ύστερΆ απΆ τον τραυματισμόν, η τύχη του αγνοείται

Σα βόμβα το νέο έπεσε εις τους γονιούς κι αδέρφια,

σε συγγενείς και σε γνωστούς σε φίλους και γειτόνους,

ακόμη σΆ όλο το χωριό, που το Θωμά αγαπούσε.





Δυόμισι μήνες πέρασαν, το Πάσχα που είχε έρθει

με άδεια δεκαήμερη να δει τους συγγενείς του.

Και στου Αϊ Γιώργη την εκκλησιά, μαζί με τους δικούς του,

πήγε στον επιτάφιο κι έξω στο προαύλι με τη φιλοπαρέα του

είπε «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ» και φίλησε τη μάνα του

σαν γύρισε στο σπίτι, με αναμμένη της Λαμπρής την κάτασπρη λαμπάδα.

Κι όλοι στο σπίτι ευχήθηκαν: « του χρόνου πια πολίτης

μαζί να το γιορτάσουμε το Πάσχα του 75»



Kι όταν μεγάλη η ανθρακιά άναψε στην αυλή τους

κι έβαλαν πάνω στο σουβλί το τρυφερό αρνάκι,

όλο εκείνος ήθελε τη σούβλα να γυρίζει,

μέχρι να είναι έτοιμο και τότε το τραπέζι

στρώθηκε στην πλακόστρωτη αυλή του πατρικού του,

με το αρνί και το κρασί, το κοκορέτσι το τυρί,

τα κόκκινΆ αυγά του Πάσχα κι όλοι του ευχήθηκαν

γρήγορα να γυρίσει απΆ το στρατό με το καλό

και τη ζωή νΆ αρχίσει, ολόγερος κι ευτυχής,

με μια γυναίκα στο πλευρό και γύρω τα παιδιά του.



Κι ο γράφων τον συνάντησε και μίλησε μαζί του,

για τη ζωή του στο στρατό, την Κύπρο και τους Τούρκους

κι εκείνΆ η εικόνα έμεινε Άπο τότε μες το νου μου,

κείνος στο φράχτη πιο ψηλά ανεβασμένος πάνω,

με το γλυκό χαμόγελο, την ήρεμη φωνή του

κι εγώ στο δρόμο να κοιτώ ίσια κατά τον ήλιο

με την παλάμη εμπροστά στα μάτια μου σκιάδι.

Και φεύγοντας του ευχήθηκα γρήγορα να γυρίσει

απΆ το στρατό στο σπίτι του, στη μάνα, στον πατέρα.



Ποιος να Άξερε πως θλιβερές ημέρες θε να ρθούνε,

δίχως να λογιάζουμε, κείνο το καλοκαίρι!

Στη Κύπρο αδερφοσκοτωμός και ύστερα οι Τούρκοι,

που πήραν το μισό νησί σκοτώνοντας χιλιάδες,

εκτός τους αγνοούμενους Έλληνες και Κυπρίους!



Και πήγε το Φθινόπωρο ο αδερφός του ο Γιώργος

εις το πολύπαθο νησί, που ήξερε κι εκείνος,

αφού εκεί υπηρέτησε ωσάν τον αδερφό του,

μήπως και μάθει κάτι τι για το Θωμά που εχάθει.

Και βρήκε και περπάτησε μέσα στο κοιμητήρι,

με τους γνωστούς κι άγνωστους Έλληνες σκοτωμένους.



Κανείς όμως δε βρέθηκε κάτι για να προσθέσει

σε κείνα που εγνώριζε ακόμα πριν να πάει.

Και γύρισε στο Βαρδαλή χωρίς φως κΆ η ελπίδα

έμεινε μέσα στη ψυχή, πως ζει ο αδερφός του

στα κατεχόμενα μπορεί, ίσως και στη Τουρκία

αιχμάλωτος, όπως παλιά στον πόλεμο είχε γίνει

του 22 και πολλοί απΆ το χωριό είχαν κάνει.



ΆΠο τότε ο πατέρας του, ο Παντελής ο Λύγγος,

ρωτούσε πάντα ο δυστυχής, μην κάτι και ακούστει,

να λένε γιΆ αγνοούμενους, ίσως και κάποιο νέο

κι άλλοτε η ελπίδα φούντωνε στα γέρικά του στήθια

κι άλλοτε απελπιζότανε για το χαμένο γιο του.



Κι η Αγορή η μάνα του, χωρίς να περιμένει,

μαύρο τσεμπέρι φόρεσε, γιατΆ η καρδιά της μέσα

της έλεγε πως πέθανε στην Κύπρο το παιδί της

κι απΆ την πολύ τη συντριβή και το βαθύ τον πόνο,

στον κόσμο αυτό δεν άντεξε και πέθανε και κείνη.



Ο άντρας της απόμεινε και στΆ όνειρό του μέσα,

συχνά έβλεπε το Θωμά να του χαμογελάει

κι όταν πληροφορήθηκε πως κάποιος Kούρδος είπε,

πως αιχμαλώτους Έλληνες έχουνε στην Τουρκία,

πως είδΆ αυτός που δούλευαν εις την Ανατολία,

τότε σε μένα έλεγε: «Μια μέρα θα γυρίσει

ο γιος μου πάλι στο χωριό και σπιτικό θα φτιάξει».



Το 80 αποφάσισαν οι υπεύθυνοι στη Κύπρο,

στο κοιμητήρι που Άπαμε τους τάφους να ανοίξουν

και τα οστά του καθενός να βάλουν σε κιβώτιο

με τΆ όνομα πάνω γραφτό, για όσους το γνωρίζαν

και για τους άλλους «άγνωστος» πάλι εκεί να γράψουν.



Και μία στήλη αψηλή με μάρμαρο να φτιάξουν

και σΆ ένα κτίριο λαμπρό τα κόκαλα να βάλουν,

εκείνων που δεν έστειλαν στη μακρινή Πατρίδα.

Πολλά κιβώτια έγραφαν με γράμματα μεγάλα

«Oστεοφυλάκειον εδώ άγνωστου στρατιώτη,

που έπεσεν ηρωικώς στον πόλεμο της Κύπρου…»



Και δέκα χρόνια πέρασαν. Κι άλλα πέντε ακόμα.

Κι ο Παντελής κουράστηκε κι αυτός να περιμένει

το γιο του κάπου να φανεί, που ήτανε χαμένος.

Τον έγειραν τα γηρατειά. Τον έπνιξε ο πόνος.

Και κάποια μέρα και αυτός εσφάλισε τα μάτια

και δίπλα εκοιμήθηκε από την Αγορή του,

μΆ ένα χαμόγελο γλυκό στα μαραμένα χείλη,

πως στο ταξίδι που θα πάει, θα βρει και το Θωμά του.



Και άλλοι χρόνοι πέρασαν βουβοί κι απελπισμένοι

γιΆ αυτούς που έχασαν παιδιά στην Κύπρο απΆ τους Τούρκους.

29 στον αριθμό χρόνια βασανισμένα, μέχρι να βρούνε οι σοφοί

γιατροί και βιολόγοι, ότι μπορούν ξετάζοντας αίμα των συγγενών τους,

να βρουν τίνος τα κόκαλα είναι κείνα στην Κύπρο

των άγνωστων στρατιωτών, που Άχανε φυλαγμένα.



Κι αρχές του … 3 πήρανε αιμΆ απΆ τον αδερφό του,

το Γιώργο απΆ το Βαρδαλή κι από την αδερφή του

και κει στη Κύπρο βρήκανε πως στα οστά ταιριάζαν

του ξύλινου κιβώτιου που Άχαν ψηλά ανεβάσει,

ενός αγνώστου ήρωα, σε σιδερένιο ράφι.

Ήτανε εκείνο του Θωμά του Λύγγου απΆ το χωριό μας,

του νέου που λαβώθηκε εξΆ απΆ τα μαγειρεία

κι έμεινΆ εκεί ο λοχίας του μαζί να τον φυλάει.



Κι ύστερα τον εφέρανε μεγάλοι γαλονάδες,

πολιτικοί και στρατηγοί στο Βαρδαλή μια μέρα,

με δόξες όλο και τιμές, με μουσικές και λόγους

κι ο κόσμος εμαζεύτηκε ίσως και τρεις χιλιάδες

απΆ το χωριό και τα χωριά, που γείτονές μας είναι.



ΜόνΆ απΆ εκείνη την πομπή έλειπαν δυο σπουδαίοι:

Ο Παντελής κι η Αγορή, η μάνα κι ο πατέρας,

που άλλωστε πρώτοι βρήκανε εκεί στον άλλο κόσμο

την άδολη ψυχούλα του, πΆ ανάπαψη ζητούσε

στη γονική τους αγκαλιά, όπως τότε που ήταν

μικρός στην κούνια του σπιτιού πριν από τόσα χρόνια!



Τώρα κοιμούνται και οι τρεις μέσα στο κοιμητήρι

ευτυχισμένοι ίσως μπορεί, που έσμιξαν και πάλι

πατέρας, μάνα και παιδί κι οι τρεις αγκαλιασμένοι.



Σεραφείμ Χρήστου Χατζόπουλος

4 Μάρτη 2003



ΣΤΟ ΘΩΜΑ ΛΥΓΚΟ ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΘΗΚΕ ΤΟ 1974 ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ

ΘΩΜΑΣ ΛΥΓΚΟΣ- ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ ΤΗΣ ΕΛΔΥΚ ΣΚΟΤΩΘΗΚΕ 16-8-1974


Σφάδαζες αβοήθητος πίσω απΆ τον τοίχο.

Στρατιώτη με το συντριμμένο γόνατο.

Τρεις πιθαμές ακόμα πριν περάσεις στη σωτηρία.

Ο τοίχος έγινε κόκκινος. Τα χαλίκια έχουν βαφεί.

Ανέπνευσε. Κάνε κουράγιο παλικάρι. Υπάρχει ακόμη ελπίδα.



Οι δικοί μας φεύγουν. Ο σώζων εαυτόν σωθήτω!

Έμεινες μόνος. Μπορείς να συρθείς; Προσπάθησε λίγο!

Δεν το μπορείς! Κι έρχονται οι εχθροί. Αυτοί που σε λαβώσαν.

Φτάνουν. Έφτασαν. Μα δεν σε βλέπουν; Τρέχουν γύρω σου.

Προχωρούν πιο πέρα. Απλώνεις το χέρι σου πληγωμένε στρατιώτη.

Μάταιος κόπος. Δεν το βλέπει κανείς. Φωνάζεις. Δεν σΆ ακούει κανείς.

Δεν είσαι πια κίνδυνος γιΆ αυτούς. Είσαι ανήμπορος. Είσαι εκτός μάχης.



Ω! τι πόνος είνΆ αυτός! Κι απλώνεται μια παράξενη ζάλη.

Το κόκκινο ποτάμι συνεχίζει να τρέχει.

Τα χείλη τρέμουν. Τα χέρια τρέμουν. Τρέμει το κορμί!

Αύγουστος μήνας και κάνει τόσο κρύο απόψε.

Τώρα ξάπλωσες ανάσκελα στο χώμα. Ψυχή τριγύρω.

Ούτε φίλοι, ούτε και εχθροί. Εσύ, ο τοίχος και η νύχτα.

Και το αίμα. Το δικό σου και των συντρόφων σου πιο πέρα.



Κι αρχίζουν οι παραισθήσεις. Δίπλα η μάνα σου κι ένα μικρό αρνί.

Όχι δεν είναι αρνί. Ή μάλλον είναι αρνί με το δικό σου πρόσωπο.

Ένας λοχίας φωνάζει: «Έρχονται οι Τούρκοι».

Θέλεις να σηκωθείς να φύγεις, μα δεν το μπορείς.

Και τότε βλέπεις την κληματαριά του σπιτιού σου.

Απλώνεις το χέρι να πάρεις μόνο δυο ρώγες μα είναι ψηλά και δεν τις φτάνεις.



Κάτι σου πλακώνει το στήθος. Η ανάσα σου βγαίνει βαριά.

Κι όλο κι αραιώνει. Κι όλο και αργεί.

Κι ύστερα έρχεται ένας βαθύς ανονείρευτος ύπνος.

Δεν ακούγεται τίποτε. Ούτε κρότοι ούτε και φωνές.

Ούτε κΆ η ανάσα σου πια. Κοιμήθηκες. Πρέπει να ξεκουραστείς.

Καλό σου ύπνο πονεμένο παλικάρι. Θωμά καληνύχτα.

Αύριο…ποιος σκέφτεται το αύριο. Ποιος ξέρει τι θα γίνει αύριο;



Και για να θυμηθώ τη δική μου στρατιωτική θητεία:
25 Σεπτ.1965 μέχρι 25 Μαρτίου 1968

Σεραφείμ Χατζόπουλος
ΣΕ ΜΙΑ ΠΑΛΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ



Στητό κορμί, μαλλιά πολλά και βλέμμα ίσο.
Ποιος ξέρει τι να Άχα τότε στο μυαλό μου.
Οπωσδήποτε μεγάλη πίστωση ονείρων!

¶λλωστε αργότερα στους ώμους μου έλαμπαν τΆ άστρα
και μια μεταλλική μέλισσα στο κάθε πέτο
με το ασπροκόκκινο σύμβολο των πεζών..

Ήμουν τόσο ελαφρύς, καβαλάρης στο σύννεφο.
ΜΆ ένα υπερτονισμένο Εγώ στη στενή μου κάψα,
έδρεπα τα κρυφά βλέμματα των κοριτσιών.

Τώρα ύστερα από σαράντα τόσα χρόνια
πάνε τΆ άστρα μου και τα ψηλά καπέλα
και η κάψα μου γέμισε από γνώση και φρόνηση.

Στα δις έξι μου (66), με γυαλιά πρεσβυωπίας,
πλαδαρό κορμί, παππούς πια ο εαυτός μου χαμογελά
βλέποντας εκείνη την παλιά φωτογραφία της νιότης μου.


24-8-2010
Σεραφείμ Χατζόπουλος





18 Δεκεμβρίου 2007



Έχει επεξεργασθεί από τον/την Searafeim Hatzopoulos στις Πεμ Αυγ 26, 2010 1:17 pm, 4 φορές συνολικά

Searafeim Hatzopoulos

Αριθμός μηνυμάτων : 117
Ηλικία : 72
Τόπος : Βαρδαλή Δομοκού Φθιώτιδας
Registration date : 19/02/2008

Character sheet
castle:
0/0  (0/0)

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΒΑΡΔΑΛΗ- το χωριο

Δημοσίευση από Searafeim Hatzopoulos Την / Το Τρι Ιαν 20, 2009 12:56 pm

Ο ΦΟΝΟΣ ΤΟΥ ΘΕΙΟΥ ΘΑΝΑΣΗ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ



Ήταν καλοκαίρι του 1957. Πλησίαζε το δεκαπενταύγουστο. Τα στάρια είχαν θεριστεί δω και πολύν καιρό κι είχε ψηθεί σ’ όλα τα σπίτια του χωριού το πρώτο ψωμί απ’ το καινούριο αλεύρι.

Ο γέρο - Θύμνιος ο παππούς του ¶γγελου, μαζί με τους τέσσερις γιους του, το Θανάση, το Μήτσο, τον Αντώνη και το μικρό Κώστα, συνομήλικο του ¶γγελου που ήταν τότε 13 χρονών - ο άλλος ο γιος του, ο Γιάννης, δούλευε στα νταμάρια στο Βόλο - κάθε πρωί ξεκινούσε με τη σούστα μου για το Κομμένο Τζαμί, όπου ήταν το περιβόλι του, γιατί εκείνο τον καιρό έκανε τον μπαχτσεβάνο. Στο περιβόλι καλλιεργούσε ντομάτες, μελιτζάνες, πιπεριές και κολοκυθάκια.

Πριν από δυο χρόνια είχε ανοίξει στο χωράφι του αυτό ένα βαθύ πηγάδι και είχε αγοράσει μια βενζινομηχανή Perkins από το Βόλο, να ποτίζει τα ζαρζαβατικά που τα πουλούσε γυρνώντας με τη σούστα στα γύρω χωριά.

Τα δυο μεγαλύτερα παιδιά ο Θανάσης και ο Μήτσος έμεναν στο περιβόλι να σκαλίσουν, να βοτανίσουν και κυρίως να ποτίσουν τα κηπευτικά και ο πατέρας τους έκανε το μανάβη στα χωριά.

Σχεδόν όλα τα βράδια κάποιος κοιμόταν στο μικρό σπιτάκι του περιβολιού να φυλάει μην έρθουν οι περαστικοί και το ρημάξουν γιατί η δημοσιά Λαμίας - Λάρισας περνούσε μόνο πέντε μέτρα μακριά. Τις περισσότερες φορές έμενε ο Θανάσης που ήταν τότε 26 χρονών μόνος ή με κάποιο μικρότερο αδερφό του..

Εδώ και λίγες μέρες απέναντι, κει που τελειώνει το μπουγάζι στα ριζά του βουνού, είχαν έρθει τσαμπάσηδες τσιγγάνοι με τα άλογά τους και είχαν στήσει τις σκηνές πάνω στο κατάξερο χώμα.

Ήξεραν απ’ άλλα χρόνια πως άμα κατηφορίσουν το χωματόδρομο και βγουν στη δημοσιά, μπορούν να ξεδιψάσουν αυτοί και τ’ άλογά τους στην ανάβρα στο Τζαμί.

Κείνο το χρόνο όμως, δεν έριξε πολλά νερά το χειμώνα και γιαυτό στέρεψαν οι πηγές και η ανάβρα στο Κομμένο Τζαμί μόνο που δάκρυζε πράσινο νερό στο χώμα και ούτε ζώο ούτε άνθρωπος μπορούσε να πιει. Μονάχα οι μέλισσες και οι σφήκες έγλειφαν τα μεσημέρια τις λιγοστές σταγόνες.

Ήρθαν λοιπόν οι τσιγγάνοι κι επειδή δεν βρήκαν νερό στη πηγή, παρακάλεσαν το Θανάση να τους αφήσει να ποτίσουν τ’ άλογα κουβαλώντας νερό απ’ το πηγάδι του περιβολιού με τον κουβά, έξω από το περιβόλι και εκείνος το επέτρεψε. Το ίδιο έγινε και την άλλη μέρα. Την Τρίτη μέρα ήρθαν τέσσερις τσιγγάνοι με περισσότερα άλογα και τα έβαλαν μέσα στο περιβόλι τσαλαπατώντας τα κηπευτικά, παρά τις διαμαρτυρίες του Θανάση να τα ποτίσουν κοντά στο πηγάδι κι επειδή ο Θανάσης δεν τους άφηνε, πιάστηκαν στα χέρια και άρχισε άγριος ξυλοδαρμός στον οποίο πήραν μέρος οι τέσσερις τσιγγάνοι από την μια και από την άλλη Ο Θανάσης, ο Μήτσος και ο γαμπρός τους, άνδρας της αδερφής τους Βασίλως, ο Βάιος Κακάρας, που ήταν τότε και αγροφύλακας του χωριού.

Κι ενώ ο καυγάς βρίσκονταν στο αποκορύφωμα του, ήρθαν από τις τσιγγάνικες σκηνές τρεις άλλοι τσιγγάνοι καβάλα στ’ άλογα που κρατούσαν κυνηγετικά όπλα κι ο ένας απ’ αυτούς που λέγονταν Σκεντέρης ή Λέντερης κι είχε κάνει χρόνια φυλακή άδειασε το όπλο του πάνω στο Θανάση, που σωριάστηκε μες στα αίματα άψυχος στο υγρό χώμα του περιβολιού κι αμέσως έφυγαν οι τσιγγάνοι. Ο Μήτσος με το Βάιο έβαλαν το νεκρό Θανάση στο μονόκαρο και τον πήγαν στο σπίτι του.

Σα βόμπα έπεσε το συνταρακτικό νέο στο ήσυχο χωριό.

- Οι γύφτοι σκότωσαν το Θανάση του Θύμνιου.

Αμέσως οι άντρες έτρεξαν να δουν και να μάθουν. Κι ύστερα όσοι απ’ αυτούς είχαν πολεμικά όπλα των ΤΕΑ τα πήραν με πολλές σφαίρες, οι άλλοι πήραν τα κυνηγετικά τους τουφέκια και άλλοι με τ’ άλογα, άλλοι με τα πόδια, σωστός στρατός, ξεκίνησαν για τον τσιγγάνικο καταυλισμό. Το αίμα είχε ανάψει μέσα τους και ζητούσαν εκδίκηση.

Μετά το φονικό όλοι οι άνδρες τσιγγάνοι πήραν τ’ άλογα κι ανηφόρισαν στο Παλαμούρι, πέρασαν τον κάμπο των Βρυσιών και ανεβαίνοντας την Κόκα πήγαν στην αστυνομία των Φαρσάλων όπου παραδόθηκε ο φονιάς και οι άλλοι ζήτησαν προστασία.

Οι οπλισμένοι Βαρδαλιώτες μέσα σε ακατάπαυστο τουφεκίδι έφτασαν στις σκηνές και αφού έβγαλαν έξω τα γυναικόπαιδα τις έκαψαν μαζί με όλα τα άλλα υπάρχοντα των τσιγγάνων. Μερικοί οδήγησαν τις τσιγγάνες και τα παιδιά τους, σωστή φάλαγγα, στην πλατεία του χωριού.

Ο ¶γγελος όταν έμαθε πως οι γύφτοι σκότωσαν το θείο του Θανάση, δεν ήθελε να το πιστέψει. Στην αρχή δείλιαζε να πάει να δει το Θείο του σκοτωμένο στο σπίτι του παππού. Για αρκετά ώρα περιπλανήθηκε στους δρόμους του χωριού. Ύστερα το πήρε απόφαση και πήγε. Ζυγώνοντας στο σπίτι άκουσε κλάματα και μοιρολόγια. Έστριψε δεξιά και μπήκε στην αυλή. Πάνω σε μια πέτρα κάθονταν η γιαγιά του η χαροκαμένη μάνα του Θανάση, η Θύμνιενα. Κάποιες γυναίκες της έριχναν νερό στο κεφάλι να συνέλθει διότι είχε λιποθυμήσει. Πιο κει ο Βάιος Κακάρας διηγιόταν μεγαλόφωνα σε κάτι χωριανούς πώς έγινε το κακό και παρέκει έστεκε ο Μήτσος που είχε αίματα στο πρόσωπο γιατί τον είχαν πάρει ξώφαλτσα κάποια σκάγια του φονιά.

Μέσα ούρλιαζαν οι γυναίκες κι ανάμεσα στις άλλες φωνές, ο ¶γγελος ξεχώρισε τη φωνή της μάνας του. Βούρκωσαν τα μάτια του. Το στομάχι του άρχισε να ανεβοκατεβαίνει. Καθώς πλησίασε απ’ έξω το παράθυρο, που δεν είχε κουρτίνες, είδε μέσα στο δωμάτιο πάνω στο κρεβάτι ξαπλωμένο το Θανάση. Ήταν η ώρα που δυο γριές τον έγδυναν, να τον πλύνουν και να του φορέσουν καλά ρούχα για να φύγει για το μεγάλο ταξίδι. Το μελαχρινό του πρόσωπο ήταν χλωμό και, ωχ Θεέ μου! Μπροστά στην κοιλιά του είχε δυο μεγάλες τρύπες και το αίμα αριστερά και δεξιά είχε πήξει.

Το παιδί έμεινε εκεί καρφωμένο στο τζάμι να βλέπει το νεκρό θείο του, αυτόν που στα δεκαεφτά του χρόνια πολέμησε στο αντάρτικο πολλά μερόνυχτα, όταν τον πήραν με το ζόρι οι αντάρτες μαζί τους και είδε τους άλλους γύρω του να πέφτουν. Αυτόν τον αλύγιστο και δυνατό άνδρα, να είναι εκεί πάνω στο κρεβάτι ένα άψυχο κορμί βουτηγμένο στο αίμα του!

Ο ¶γγελος δεν άντεχε πια να βλέπει άλλο. Έγειρε κάτω απ’ το παράθυρο και κάθισε διαλυμένος μέσα στο πεζούλι των λουλουδιών. Μια λεβάντα κάτω απ’ τα πόδια του σκόρπισε στη βαριά και θλιμμένη ατμόσφαιρα το άρωμά της.

Ύστερα το παιδί σηκώθηκε και έφυγε για την πλατεία.

Στην πλατεία, όπως είπαμε είχαν φέρει οι Βαρδαλιώτες τις γυναίκες και τα παιδιά των τσιγγάνων. Ανάμεσα στα παιδιά ήταν και ένα αγόρι ως δεκατέσσερα χρονών και τα άλλα πολύ μικρότερα. Τότε ένα ηλικιωμένος χωριανός φώναξε παράμερα πίσω από το γραφείο της Κοινότητας το αγόρι και του είπε:

- Εσύ φαίνεσαι μεγάλος και κιντυνεύεις. Θα σε σακατέψουν στο ξύλο. Μπορεί και να σε σκοτώσουν. Φύγε. Χάσου μέσα στη νύχτα να γλιτώσεις. Και του έδειξε προς τα αριστερά πέρα από το παλιό σχολειό και το νεκροταφείο που ανοίγονταν ένας μεγάλος ελεύθερος χώρος και πιο κει άρχιζε ο σκοτεινός όγκος των λόφων και των βουνών.

Το παιδί δεν περίμενε άλλη κουβέντα. Έσκυψε μπροστά και αλαφιασμένο χάθηκε μες το πρώτο σκοτάδι.

Ο ¶γγελος προχώρησε και έφτασε εκεί που είχαν τα γυναικόπαιδα. Εκείνη την ώρα έφτασαν εκεί τρεις σκληροτράχηλοι χωριανοί οι δυο από τους οποίους είχαν βάψει στο παρελθόν τα χέρια τους με αίμα, την εποχή του εμφύλιου κι αμέσως άρχισαν να δέρνουν τις τσιγγάνες κρατώντας στα χέρια τους σιδεριές απ’ αυτές που βάζουν έξω από τα παράθυρα για να μην μπαίνουν μέσα οι κλέφτες. Ο ξυλοδαρμός ήταν ασταμάτητος. Τις άφηνε ο ένας και τις παραλάμβανε ο άλλος. Το πιο πολύ ξύλο το έφαγε η κόρη του φονιά, ένα κορίτσι ως είκοσι πέντε χρονών.

Κι ενώ τις έδερναν, ούρλιαζαν άγρια σα δαιμονισμένοι ρωτώντας διάφορα πράγματα τις δύστυχες γυναίκες, που στο κάτω - κάτω αυτές δεν έφταιγαν σε τίποτε και ούρλιαζαν και αυτές απ’ τον πόνο και το φόβο.

Σε μια στιγμή που ο ένας χτυπούσε μια τσιγγάνα με τη σιδεριά, που κρατούσε στα χέρια της ένα μωρό ενός χρόνου περίπου, η τσιγγάνα φυλάχτηκε κι έστριψε αριστερά και το σίδερο δεν βρήκε το κορμί της, αλλά το κεφάλι του μωρού, με αποτέλεσμα να χωθεί βαθιά μέσα στο κρανίο. Το κακόμοιρο έγειρε καταματωμένο στη αγκαλιά της μάνας του και ξεψύχησε.

Ο ¶γγελος έστριψε αλλού το πρόσωπό του να μη βλέπει κι έφυγε μακριά. Εκείνο το βράδυ δεν έκλεισε μάτι. Συνέχεια στο μυαλό του έρχονταν δυο φοβερές εικόνες: Του Θανάση με τρυπημένη την κοιλιά και του μωρού με χωρισμένο στα δύο το κεφάλι. Την άλλη μέρα διαδόθηκε πως το μωρό πέθανε καθώς επίσης και μια τσιγγάνα από το πολύ ξύλο και κανείς δεν έδωσε ποτέ λόγο γιαυτούς ούτε καν καταγράφηκε το γεγονός των θανάτων τους σε κάποιο ημερολόγιο συμβάντων.

Η αστυνομία των Φαρσάλων, μόλις παρουσιάστηκαν σ’ αυτή οι τσιγγάνοι, έκανε ανακρίσεις το ίδιο βράδυ και κράτησε στο κρατητήριο τόσο το φονιά όσο και τους άλλους δύο συντρόφους του που έφτασαν μαζί στο περιβόλι. Τους άλλους τους είπε να φύγουν για τα χωριά του κάμπου των Φαρσάλων.

Στο Δομοκό υποδιοικητής του αστυνομικού τμήματος ήταν ένας ανθυπασπιστής από το Χωριό Τσιφλάρ του Δομοκού που λέγονταν Ψύχας. Αυτός ο αξιωματικός λοιπόν με δυο χωροφύλακες έφυγαν με ένα αυτοκίνητο της αστυνομίας και πήγαν να παραλάβουν τους τρεις φυλακισμένους τσιγγάνους και να τους μεταφέρουν από τα Φάρσαλα στο Δομοκό την ίδια νύχτα. Ο Ψύχας πράγματι πήγε στο αστυνομικό τμήμα των Φαρσάλων πήρε τους τρεις κρατούμενους και ξεκίνησε για το Δομοκό. Όταν έφτασε το αυτοκίνητο στη στάση του χωριού ο αστυνόμος έστειλε άνθρωπο και φώναξε τον μεγάλο αδερφό του σκοτωμένου τον Ανδρόνικο. Όταν έφτασε ο Ανδρόνικος κοντά στο αυτοκίνητο που είχε μέσα το φονιά και τους άλλους, ο Ψύχας τον πήρε παράμερα και του είπε:

- Είναι η ώρα να καθαρίσεις το μπάσταρδο το γύφτο που σκότωσε τον αδερφό σου. Εγώ με τους χωροφύλακες θα παραμερίσουμε και εσύ με αυτό το πιστόλι ξεμπέρδεψέ τον. Θα σου πω εγώ ποιος είναι, και άπλωσε το χέρι δίνοντάς του το όπλο.

- Δεν θέλω να σκοτώσω, του απάντησε ο Ανδρόνικος. Έχω οικογένεια και δε θέλω να μπλέξω.

- Μη φοβάσαι του είπε ο αστυνομικός. Δεν θα πάθεις τίποτε. Εγώ θα σε βοηθήσω να μη φας ούτε μια μέρα φυλακή.

- Όχι αστυνόμε. Μπορεί νάναι φονιάς του αδερφού μου αλλά δε θέλω να γίνω κι εγώ φονιάς.

Αυτά είπαν και το αυτοκίνητο της αστυνομίας συνέχισε το δρόμο του για το Δομοκό ενώ ο Ανδρόνικος επέστρεψε στο χωριό για να ξενυχτίσει και να κλάψει τον αδερφό του που πάει στο σκυλί στο αμπέλι 26 χρονών άνθρωπος και άφησε την αρραβωνιαστικιά του στο Γερακλή του Δομοκού να περιμένει.

Και την άλλη μέρα σύσσωμο το χωριό έθαψε το παλικάρι. Και για πολλά χρόνια δεν πατούσε γύφτος όχι μόνο στο χωριό αλλά σ’ όλη τη γύρω περιοχή, γιατί όλοι είχαν μάθει το γεγονός και φοβόντουσαν.

Το περιβόλι τον άλλο χρόνο το παράτησαν κι έμεινε το πηγάδι και το σπιτάκι, να θυμίζουν τον άτυχο Θανάση που εκεί άφησε την τελευταία του πνοή. μέχρι το 1968 που μπήκε η περιοχή στον αναδασμό και πήρε άλλος νοικοκύρης το χωράφι κι έκλεισε το πηγάδι και γκρέμισε και το σπιτάκι.

………………………………………………………………………………………………….



Σεραφείμ Χατζόπουλος

Searafeim Hatzopoulos

Αριθμός μηνυμάτων : 117
Ηλικία : 72
Τόπος : Βαρδαλή Δομοκού Φθιώτιδας
Registration date : 19/02/2008

Character sheet
castle:
0/0  (0/0)

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΒΑΡΔΑΛΗ- το χωριο

Δημοσίευση από Searafeim Hatzopoulos Την / Το Κυρ Αυγ 08, 2010 12:20 am

ΕΠΙΣΗΜΟΙ ΕΚΛΟΓΙΚΟΙ ΚΑΤΑΛΟΓΟΙ

ΠΙΝΑΚΑΣ Α΄
ΟΙ ΣΥΓΓΕΝΕΙΣ ΜΟΥ ΣΤΟ ΜΠΕΚΡΙΛΕΡ ΤΗΝ 1 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1883
Α/Α ΕΠΩΝΥΜΟ ΟΝΟΜΑ ΠΑΤΡΩΝΥΜΟ ΕΤΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ
1 ΧΑΝΤΣΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΩΝ/ΤΙΝΟΣ 48 ΓΕΩΡΓΟΣ
2 ΧΑΝΤΣΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ *1 ΜΑΝΘΙΑΣ 56 ΓΕΩΡΓΟΣ
3 ΧΑΝΤΣΗΣ ΚΩΝ/ΤΙΝΟΣ *2 ΜΑΝΘΙΑΣ 46 ΓΕΩΡΓΟΣ
4 ΧΑΝΤΣΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ *3 ΘΕΟΔΩΡΟΣ 29 ΓΕΩΡΓΟΣ
5 ΧΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ 31 ΓΕΩΡΓΟΣ
6 ΧΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ 71 ΓΕΩΡΓΟΣ

*1 και *2 αδέλφια γιοί του ΜΑΝΘΙΑ
*3 γιός του ΘΕΟΔΩΡΟΥ κι εγγονός του ΜΑΝΘΙΑ

ΠΙΝΑΚΑΣ Β΄
ΟΙ ΣΥΓΓΕΝΕΙΣ ΜΟΥ ΣΤΟ ΒΑΡΔΑΛΗ ΣΤΙΣ 20 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1915
Α/Α ΕΠΩΝΥΜΟ ΟΝΟΜΑ ΠΑΤΡΩΝΥΜΟ ΕΤΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ
1 ΧΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ 33 ΓΕΩΡΓΟΣ
2 ΧΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ ΗΛΙΑΣ *2 ΘΕΟΔΩΡΟΣ 47 ΓΕΩΡΓΟΣ
3 ΧΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΗΛΙΑΣ 23 ΣΙΔΗΡΟΥΡΓΟΣ
4 ΧΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ ΑΧΙΛΛΕΥΣ *3 ΘΕΟΔΩΡΟΣ 45 ΓΕΩΡΓΟΣ
5 ΧΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ ΧΡΗΣΤΟΣ *1 ΘΕΟΔΩΡΟΣ 60 ΓΕΩΡΓΟΣ
6 ΧΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΧΡΗΣΤΟΣ 22 ΓΕΩΡΓΟΣ
7 ΧΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ 62 ΓΕΩΡΓΟΣ
8 ΧΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ *4 ΘΕΟΔΩΡΟΣ 40 ΓΕΩΡΓΟΣ
1-2-3-4 αδέλφια γιοί του ΘΕΟΔΩΡΟΥ.

Πηγή: των Α κα Β Πινάκων «ΤΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΔΟΜΟΚΟΥ» τόμος 10 ος
σελ.160-165-166 από το Δομοκίτη Κωνσταντίνο Γαλλή αδελφό του αείμνηστου βουλευτή Λεωνίδα Γαλλή.

ΠΙΝΑΚΑΣ Γ΄
ΤΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΜΟΥ ΔΕΝΔΡΟ:
ΑΠΟ ΠΑΤΕΡΑ ΣΕ ΓΙΟ ή ΘΥΓΑΤΕΡΑ
1- ΧΑΝΤΣΗΣ ΜΑΝΘΙΑΣ ΜΠΕΚΡΙΛΕΡ ΕΤΟΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ 1802 (παππούς του παππού μου)
2- ΧΑΝΤΣΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΜΠΕΚΡΙΛΕΡ ΕΤΟΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ 1827(πατέρας του παππού μου)
3- ΧΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΜΠΕΚΡΙΛΕΡ ΕΤΟΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ 1875(ο παππούς μου)
4- ΧΑΤΖΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ ΒΑΡΔΑΛΗ ΕΤΟΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ 1919 (ο πατέρας μου)
5- ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΒΑΡΔΑΛΗ ΕΤΟΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ 1944 (ο γράφων)
6- ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΤΟΥ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΕΤΟΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ 1968 (η θυγατέρα μου)
7- ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ ΧΡΗΣΤΟΣ ΤΟΥ ΣΕΡ. ΕΤΟΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ 1970 (α΄ γιός μου)
8- ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΤΟΥ ΣΕΡ. ΕΤΟΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ 1974 (β΄γιός μου)
9- ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ 2004 (ο πρώτος εγγονός μου)
10- ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ 2005 ( ο δεύτερος εγγονός μου)
11- ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΤΟΥ ΧΡΉΣΤΟΥ 2006 ( ο τρίτος εγγονός μου)

22-7-2010
Σεραφείμ Χατζόπουλος
ή ¶γγελος Χατζής

Searafeim Hatzopoulos

Αριθμός μηνυμάτων : 117
Ηλικία : 72
Τόπος : Βαρδαλή Δομοκού Φθιώτιδας
Registration date : 19/02/2008

Character sheet
castle:
0/0  (0/0)

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΒΑΡΔΑΛΗ- το χωριο

Δημοσίευση από Searafeim Hatzopoulos Την / Το Κυρ Σεπ 19, 2010 12:30 pm

ΤΕΣΣΕΡΑ ΣΤΡΕΜΜΑΤΑ ΚΑΛΑΜΠΟΚΙ

Ο πατέρας έκανε τις αυλακιές με το αλέτρι, που τραβούσε ο Πατέλης και η Κοκκίνω, τo βόδι τους και η γελάδα και η μάνα έριχνε ένα – ένα σπόρο καλαμποκιού, πιθαμή την πιθαμή κι ύστερα η δεύτερη αυλακιά σκέπαζε την πρώτη.
Απρίλης μήνας του 55. Στο δρόμο τα χαμομήλια σκορπούσαν τη γλυκιά μυρωδιά τους. Στο μπαϊρι του Κοντοκώστα οι παπαρούνες έβαψαν κόκκινο όλο το χωράφι.
Πιο κόκκινο κι απΆ ταΆ αυγά του Πάσχα, που είχε βάψει η κυρα- Λένη η μάνα του ¶γγελου λίγες μέρες νωρίτερα.
Ψηλά ένας κορυδαλλός πετούσε τσιλιτρίζοντας, όλο και πιο πάνω, σαν να ήθελε νΆ ακουμπήσει με τη μύτη του το γαλάζιο τΆ ουρανού.
Ημέρα γλυκιά και ηλιόλουστη. Ούτε κρύο, ούτε ζέστη. Τα βόδια συνέχιζαν να τραβούν αγόγγυστα. Ο Χρήστος, ο πατέρας του ¶γγελου, να κρατάει όρθιο το αλέτρι, στη σωστή του θέση και η μάνα να σπέρνει. Και τούτο κράτησε τρεις μέρες. Από ήλιο σε ήλιο. Ύστερα ο πατέρας έκανε το σταυρό του. Όταν έσπερνε στάρι τον έκανε στην αρχή. Τώρα στο καλαμπόκι τον έκανε στο τέλος.
- Βόηθα Θεέ μου να φυτρώσει, ψιθύρισε. Ρίξε μια βροχή, στην ώρα της.
Βλέπετε το χωράφι ήταν ξηρικό κι αν δεν έβρεχε στην αρχή, δε θα φύτρωνε και θα πάγαινε χαμένος ο κόπος. Κι όχι μόνο τότε, αλλά και στη συνέχεια, αν ήταν άβροχη η άνοιξη και το καλοκαίρι, το καλαμπόκι θα κιτρίνιζε, θα μπακάνιαζε και δε θα Άδενε ρόκα.
Ο Θεός όμως έβρεξε εκείνη τη χρονιά και το καλαμπόκι φύτρωσε χωρίς να λαθέψει σπυρί και γρήγορα ο ήλιος, το νερό και ο αέρας το Άκαναν ψηλό ως μια πιθαμή.
Τότε ο πατέρας και η μάνα πήγαν με τις τσάπες τους και το σκάλισαν, διότι με το καλαμπόκι φύτρωσαν κι ένα σωρό αγριόχορτα: Προβατόβλητα, πικροσταφυλιές, βέλουρας ακόμα κι αγριάδα στην άκρη. Όλα αυτά έπρεπε να κοπούν με προσοχή με την τσάπα, χωρίς να πειραχτούν τα φύτρα του καλαμποκιού. Κι αν ένα χόρτο ήταν κολλητά στη ρίζα ξεριζώνονταν με το χέρι. ¶λλες τέσσερις μέρες σκάλισμα και βοτάνισμα.
Ύστερα από καμιά δεκαριά χρόνια βέβαια, βγήκαν τα ζιζανιοκτόνα φάρμακα, που δεν άφηναν να φυτρώσουν τΆ αγριόχορτα και όλοι άρχισαν να ρίχνουν τέτοια φάρμακα κι έλεγαν:
- Σωθήκαμε. Γλιτώσαμε το σκάλο και το βοτάνισμα. Ούτε
ίχνος χόρτου δεν φυτρώνει. Και το φυτό δεν παθαίνει τίποτε. Το βεβαιώνουν και οι γεωπόνοι.
Βέβαια σε λίγα χρόνια οι επιστήμονες βρήκαν, πως τα ζιζανιοκτόνα δηλητηριάζουν το χωράφι κι ένα μέρος τους περνάει στον καρπό και αρρωσταίνει τον άνθρωπο, που τον τρώει. Αυτό, που έλεγαν λοιπόν οι αρχαίοι, «ότι κάθε καλό έχει και το κακό του» βρήκε κι εδώ την εφαρμογή του. Αρκεί μόνο αυτό το κακό, να μην είναι μεγαλύτερο από το καλό.
Κι όταν έγινε το καλαμπόκι ψηλό ως σαράντα πόντους, πάλι το ξανασκάλισαν, για τελευταία φορά, γιατί καινούρια χόρτα είχαν, φυτρώσει. ¶λλωστε από κει και πέρα, μετά το δεύτερο αυτό σκάλισμα, πήρε μια καλή βροχή κι άρχισε μέρα με τη μέρα να ψηλώνει. Και κείνη τη χρονιά δεν ήταν πολλές οι κάψες του καλοκαιριού. Έτσι τον Ιούλιο βγήκε η φούντα στην κορφή του καθενός καλαμποκιού και παρακάτω στις μασχάλες, από τη μια και την άλλη μεριά, τα πρώτα μουστάκια του μελλοντικού καρπού. Με ευνοϊκό καιρό, νερό, ζέστη κι αέρα, άρχισε να μεγαλώνει η κάθε ρόκα, και να γαλατιάζει μέσα το σπυρί. Με το τέλος του Αυγούστου οι ρόκες είχαν πια μεγαλώσει και τα καλαμποκόσπυρα είχαν σφίξει.
Τότε ολόκληρη η οικογένεια ξεκίνησε, με τα δυο τους γαϊδουράκια, το Γκάρτσο και τη Ροβολιάρα για το καλαμπόκι. Πήγαιναν να κόψουν την καλαμποκιά. Είχαν μαζί τους και τρία δρεπάνια. Ένα για τον πατέρα, ένα για την μητέρα κι ένα για τον εντεκάχρονο ¶γγελο, που πρώτη φορά θα δοκίμαζε τις ικανότητές του σΆ αυτή τη δουλειά. Οι δυο γονείς ήταν καβάλα στα ζώα και ο γιος τους ακολουθούσε, σαν νιόβγαλτο ζαρκαδάκι, ακούραστος, με τα πόδια.
Σαν έφτασαν, ξεπέζεψαν οι μεγάλοι και αφού ξεκρέμασαν το ταγάρι με το ψωμοτύρι και τη στάμνα με το νερό, μακροσκοίνισαν τα γαϊδουράκια στην κοντινή καλαμνιά.
Ύστερα πήραν τα δρεπάνια κι ο πατέρας έδειξε στον ¶γγελο πώς να κόβει με το δρεπάνι του την καλαμποκιά, στον πρώτο κόμπο πάνω απΆ τις ρόκες, κρατώντας την με το αριστερό χέρι, λίγο ψηλότερα και με προσοχή, μην κόψει τα δάχτυλά του. Έτσι άρχισαν όλοι αμέσως την κοπή.
Ο μικρός τα κατάφερνε περίφημα και ήταν πολύ ενθουσιασμένος. Μάλιστα βιάζονταν να φτάσει τους γονείς του, που έμπειροι προχωρούσαν κόβοντας μπροστά. Κι εκεί, στην πολύ βιασύνη έκανε το λάθος. Το μικρό δάχτυλο του αριστερού χεριού ξεχάστηκε λίγο πιο χαμηλά και το δρεπάνι έσυρε τα μυτερά του δόντια πάνω του. Αμέσως το παιδί φώναξε κρατώντας το ματωμένο του χέρι με το άλλο, αφού άφησε το φονικό εργαλείο να πέσει κάτω. Έτρεξαν ανήσυχοι ο πατέρας και η μητέρα.
- Σου είπα να προσέχεις, παρατήρησε ο πατέρας. Ορίστε τώρα τι έπαθες.
Αλλά μη φοβάσαι. Μικρό το κακό. Τυχερός ήσουν. Το πήρες ξώφαλτσα. Δεν είναι τίποτε. Σήκωσε το χέρι σου ψηλά να σταματήσει το αίμα. Μόνο έτσι λιγοστεύεις την πίεση στη πληγή.
- Καλά έλεγα εγώ να μην το πάρουμε το παιδί, είπε η μητέρα.
- Μόνος του επέμενε να Άρθει, απάντησε ο άντρας της.
Μην υπερβάλεις. Όλοι έχουμε κοπεί κάποια στιγμή από δρεπάνι. Φέρε λίγο νερό να το πλύνουμε.
Η μάνα έφερε νερό και το έπλυναν. Το αίμα σιγά – σιγά σταμάτησε και ο τραυματίας κάθισε στον ίσκιο της γριάς γκορτσιάς, που ήταν στο σύνορο με την καλαμνιά κι έβλεπε τις κρασοπούλες να κελαηδούν πάνω στην απιδιά, που ήταν στο απέναντι χωράφι.
Μέχρι το απόγευμα οι γονείς του ¶γγελου έκοψαν δυο φορτώματα καλαμποκιά, που την έκαναν δεμάτια, τη φόρτωσαν στα ζώα και ξεκίνησαν και οι τρεις τους πεζοί για το χωριό. Κάπου μια ώρα δρόμο με τα βραδυκίνητα, βαρυφορτωμένα γαϊδουράκια, γιατί η καλαμποκιά ήταν μισόχλωρη και είχε βάρος.
Όταν έφτασαν στο σπίτι την ξεφόρτωσαν στο πίσω μέρος του οικοπέδου στο προσήλιο, με τα δεμάτια ανοιχτά για να τα ξεράνει ο ήλιος. Κι όταν την έκοβαν όλη και ξεραίνονταν, θα την έκανε ο πατέρας θημωνιά, για να την τρώνε τα ζώα τους το χειμώνα.
Τις άλλες μέρες και μέχρι να τελειώσει το κόψιμο της καλαμποκιάς, το παιδί δεν ξαναπήγε στο χωράφι. Έμεινε με τη γιαγιά Θωμαή, να ταΐζει τις κότες, να τις βάζει νερό και να προσέχει το γουρούνι.
Ο καιρός πέρασε. Μέσιασε πια ο Σεπτέμβρης. Οι ρόκες του καλαμποκιού ξεράθηκαν καλά και τότε ο Χρήστος με τη γυναίκα του, έβαλαν τέσσερις λινάτσες πάνω στα γαϊδουράκια, πήραν τον τροβά με το φαγητό τους, καβάλησαν και τράβηξαν για το καλαμπόκι. Εκεί θα έσπαγαν τις ρόκες και με τα τσουβάλια, δυο σε κάθε ζωντανό, θα τις κουβαλούσαν και θα τις στοίβαζαν στην τσιμεντένια αυλή.
Ο ¶γγελος δεν μπορούσε να πάει μαζί τους, διότι άνοιξε το Σχολείο κι εδώ και μια βδομάδα άρχισαν τα μαθήματα.
Τρεις στράτες καλαμπόκι την ημέρα. Και αυτό μέχρι να μη μείνει ούτε μια ρόκα στο χωράφι.
Κι ύστερα το ξεφύλλισμα, μέρες ολόκληρες. Οι γυμνές ρόκες δεξιά, τα εξώφυλλα αριστερά. Από καμιά πενηνταριά ρόκες δεν έκοβαν τα εξώφυλλα. Τα άνοιγαν μόνο, τα χώριζαν στα δυο, τα έστριβαν να γίνουν σα σχοινί και τα κομπόδιαζαν στο πάνω μέρος. Ύστερα τα κρεμούσαν στο πάτερο της αχυρώνας. Εκεί θα ξεραίνονταν τα σπυριά και θα τα ξεσπύριζαν τελευταία, όταν τέλειωνε το άλλο καλαμπόκι.
Πολλές φορές άμα ήταν μεγάλη η παραγωγή, συγκεντρώνονταν το βράδυ με το φως του φεγγαριού, ή το λιγοστό φως μιας γκαζόλαμπας οι γείτονες και με αστεία και κουτσομπολιά, μέσα σΆ ένα ανεπανάληπτο λακιρντί, ξεφύλλιζαν όλοι τους καλαμπόκι. Ήταν μια πολύ καλή παρέα, που έδενε τους ανθρώπους και τους έφερνε μεγάλη χαρά. Αδέρφια, ξαδέρφια, φίλοι, γείτονες, όλοι, σα να γιόρταζαν τη γιορτή του καλαμποκιού.
Όταν ξεφυλλίστηκε όλο το καλαμπόκι, οι ρόκες του απλώθηκαν στην αυλή να ξεραθούν καλύτερα τα σπυριά, ενώ τα εξώφυλλα τα έβαλαν σε μια άκρη του αχυρώνα, για ζωοτροφή. Ήταν απαλά, γλυκά και ορεχτικά, σα λουκούμι.
Σε τρεις τέσσερις μέρες, άρχισε το ξεσπύρισμα. Τρίβοντας δυνατά τη μια ρόκα με την άλλη έβγαιναν τα σπυριά του καλαμποκιού κι απόμεναν στα χέρια τα κότσιλα, που τα έριχναν σΆ ένα μεγάλο καλάθι, να τα αποθηκέψουν και αυτά, για να προσανάβουν το χειμώνα το τζάκι ή την ξυλόσομπα.
Τα σπυριά του καλαμποκιού τα αποθήκευαν μέσα στο αμπάρι ή το έβαζαν μέσα σε μεγάλες λινάτσες, αφού τΆ άφηναν πρώτα κι αυτά σε σωρό στην αποθήκη καμιά δεκαριά μέρες να ξεραθούν καλά και να μην έχουν μέσα υγρασία, για να μην ανάψουν και τα φάει η μούχλα.
Αργότερα το ξεσπύρισμα γίνονταν με καλαμποκομηχανές, που τις έφερναν στο σπίτι. Αυτές στην αρχή ήταν χειροκίνητες. Έριχνες τις καθαρισμένες ρόκες στην ταΐστρα κι έφερνες γύρω μια χειρομανιβέλα. Μέσα η ρόκα περνούσε από ένα οδοντωτό τριβείο και εκεί ξεχώριζαν οι σπόροι από τα κότσιλα. Κάτω, οι σπόροι έβγαιναν σε άλλο μέρος και τα κότσιλα αλλού.
Τώρα ούτε την καλαμποκιά κόβουν, ούτε τις ρόκες μαζεύουν, ούτε ξεσπυρίζουν με τα χέρια. Όλα αυτά τα κάνει η κομπίνα στο χωράφι. Θερίζει, αλωνίζει και ξεσπυρίζει μαζί. Τον καρπό τον αποθηκεύει μέσα της κι από κει τον ρίχνει σε αυτοκινούμενα σιλό, που στη συνέχεια ή το πηγαίνουν σε αυτόματα ξηραντήρια, αν έχει υγρασία ή αν είναι ξερό κατΆ ευθείαν στην αποθήκη, όπου το στοιβάζουν με τη βοήθεια, αναρροφητικής αεραντλίας.
Οι γονείς του ¶γγελου βέβαια τότε, όλες αυτές τις δουλειές τις έκαναν με τα χέρια. Ύστερα ο πατέρας πήγε στο νερόμυλο και άλεσε καλαμποκίσιο αλεύρι για μπομπότα και μπαμπανέτσες και χοντροκομμένο γιαρμά για τα γελάδια.
Την άλλη χρονιά στο ίδιο χωράφι έσπειραν σιτάρι.

Σεραφείμ Χρήστου Χατζόπουλος
Νοέμβρης του 2003
κι εδώ ¶γγελος Χατζής




Searafeim Hatzopoulos

Αριθμός μηνυμάτων : 117
Ηλικία : 72
Τόπος : Βαρδαλή Δομοκού Φθιώτιδας
Registration date : 19/02/2008

Character sheet
castle:
0/0  (0/0)

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή


 
Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτή
Δεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης