neo monastiri

Ο πόνος του αμαξά

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω

Ο πόνος του αμαξά

Δημοσίευση από pako.maria Την / Το Σαβ Μαρ 07, 2009 8:35 am




Σε μια πλατεία βρίσκεται ένας αμαξάς. Το κρύο είναι
τσουχτερό και το κορμί κρυώνει. Μα πιο πολύ κρυώνει η ψυχή. Είναι παγωμένη από
τον πόνο. Ο θάνατος του μονάκριβου παιδιού του έχει κάνει τον εσωτερικό του
κόσμο μια απέραντη παγερή χώρα. Υποφέρει, ζητάει λίγη ζεστασιά από κάποιο
πονετικό άνθρωπο, που θα ανάψει μέσα του μια σπίθα, μια φλόγα, λίγη θαλπωρή.
Ξαφνικά να ένας πελάτης. Αχ και να μην ήταν απλώς ένας πελάτης. Να ήταν ένας
άνθρωπος με ζεστή καρδιά, με φλογερή ψυχή για να θερμάνει την παγωμένη ψυχή του,
να απαλύνει τον πόνο του, να διώξει τη μοναξιά του! Την ώρα αυτή δεν ζητούσε
έναν ανώνυμο πελάτη, αλλά έναν άνθρωπο με καρδιά και όχι με μια παγερή πέτρα
μέσα σε άδεια στήθη. Την βρήκε; Έτσι νόμισε. Άνοιξε στον πελάτη του την καρδιά
του, είπε τον πόνο του και περίμενε ανταπόκριση. Μάταια όμως. Πλάι του δεν είχε
έναν ζωντανό άνθρωπο. Είχε ένα παγερό άγαλμα χωρίς αισθήματα, χωρίς καρδιά και
συμπάθεια. Τι φοβερό! Να περιμένεις λίγη αγάπη, λίγη συμπόνια σε μια τραγική
στιγμή της ζωής σου και να μην τη βρίσκεις. Μια τέτοια έλλειψη πνίγει την ψυχή.
Και η ψυχή επιστρατεύει πάλι τις δυνάμεις της και αναζητάει και ψάχνει και
περιμένει τον άνθρωπο. Άραγε θα τον συναντήσει στην εύθυμη παρέα που πλησιάζει;
Είναι τρεις χαρούμενοι νέοι. Αυτοί ίσως θα μπορούσαν καλύτερα να νοιώσουν τον
πόνο για το χαμό του γιου του. Στα πρόσωπά τους δεν θα δυσκολευόταν να
αναγνωρίσει το πρόσωπο του δικού του παιδιού. Θα έχουν και αυτοί πατέρα, ίσως
αδελφό και έτσι θα είναι σε θέση να καταλάβουν, τι σημαίνει ένας ξαφνικός
χωρισμός. Ο πονεμένος πατέρας παίρνει το θάρρος για να ανοίξει μια ακόμη φορά τη
ματωμένη του καρδιά. Μιλάει για τον πόνο του, αλλά τα λόγια του πέφτουν και πάλι
στο κενό. Γυρίζουν πίσω σαν θλιβερός αντίλαλος από παγερή σπηλιά. Δεν συνάντησε
πρόσωπα, αλλά άψυχες σιλουέτες. Με βαριά και διπλά πονεμένη την καρδιά από την
απογοήτευση ετοιμάζεται να γυρίσει σπίτι του, που θα του θυμίζει όμορφες ημέρες,
αλλά και τραγικές στιγμές. Και σκέφτεται. Πόσους ανθρώπους είχε συναντήσει,
πόσους είχε εξυπηρετήσει με το ταπεινό του επάγγελμα, μα τον άνθρωπο δεν τον
βρήκε. Τον άνθρωπο με την ευαίσθητη καρδιά, που δεν περνάει αδιάφορος, που δεν
είναι φυλακισμένος στο εγώ του, απασχολημένος μονάχα με τις δικές του έγνοιες.
Οι άνθρωποι που συνάντησε ο καθένας τους είχε χτίσει το κελί του στενό, όσο και
το κορμί του, ώστε να μην μένει κανένας χώρος για να χωρέσει και ο πόνος του
άλλου. Και κείνος τι ζητούσε; Μια ζεστή γωνιά σε μια πονετική
καρδιά.


Οδήγησε το άλογο του στο στάβλο και στην απόγνωσή του το
κοίταξε τρυφερά, το αγκάλιασε στοργικά και του είπε τον πόνο του. Ίσως αυτό να
τον ένοιωθε και να τον συμπονούσε. Δεν πειράζει που δεν θα έπαιρνε απάντηση.
Αρκεί που είχε κάποιον δικό του να του ανοίξει την καρδιά του. Πόσος χρόνος
πέρασε δεν κατάλαβε, καθώς του διηγήθηκε το χαμό του παιδιού του και τη μοναξιά
του και ξαλάφρωσε λίγο η βαριά καρδιά του.

πηγή Φαρσαλινός Λόγος



pako.maria

Αριθμός μηνυμάτων : 229
Ηλικία : 44
Τόπος : ΦΑΡΣΑΛΑ
Registration date : 17/09/2008

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή


 
Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτή
Δεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης