neo monastiri

Η ΛΙΜΝΗ ΔΟΪΡΑΝΗ ΚΙΛΚΙΣ (2/5 ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΙ 3/5 ΣΚΟΠΙΑΝΗ)

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω

Η ΛΙΜΝΗ ΔΟΪΡΑΝΗ ΚΙΛΚΙΣ (2/5 ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΙ 3/5 ΣΚΟΠΙΑΝΗ)

Δημοσίευση από Searafeim Hatzopoulos Την / Το Σαβ Ιαν 17, 2009 12:48 pm

Δ Ο Ϊ Ρ Α Ν Η



Ώρες ξεγνοιασιάς με το κουπί στο χέρι.

Φέτος δεν έφεραν πουλιά οι βοριάδες και τα νερά,

βαθιά και κρύα, πέτρωσαν τα ψάρια στο βυθό.

Κι όταν ο αγέρας ανεμίζει την πυκνή ψιχάλα στο πρόσωπο,

βλέπεις σε μουντούς κύκλους τ’ άστρα, πάν’ απ’ το κεφάλι σου,

να στάζουν λιωμένο φως, που διαπερνά τους βολβούς των ματιών σου,

διαλύοντας κάθε δικό σου στοχασμό.



Κι έρχεται ύστερα ο Βαρδάρης να ξεριζώσει όσα δένδρα

απόμειναν όρθια και τα κύματα τροχίζουν τη χαίτη τους

πάνω στις μαύρες κατραμωμένες μπλάβες, που λικνίζονται

σαν πελώρια ψαροπούλια στην άκρη του γιαλού, με τεντωμένη

- όσο να σπάσει – την αλυσίδα του λαιμού τους, άλλες στεγνές

κι άλλες γεμάτες με νερά, απ’ τα τρυπημένα πλαϊνά

ή την κοιλιά τους, που άνοιξε ο χρόνος.



Και οι λεύκες λυγίζουν το ψηλό τους το κορμί με τη σειρά,

η μια διπλ’ απ’ την άλλη και τρίζουν τα γυμνά κλαδιά τους, π’ αγκαλιάζονται

κι άλλες βογκούν, καθώς η ρίζα τους στην άμμο χαλαρώνει λίγο-λίγο,

ώσπου ξάφνου θα κυλήσουν με πάταγο στο χώμα.



Κι εδώ τελειώνουν όλοι οι δρόμοι. Κι ούτε τα διαβατήρια περνούν.

Ο δρόμος κόβεται στα δυο. Έλληνας δρόμος και Σλάβος δρόμος.

Και τα τέσσερα μάτια βλέπουν πίσω απ’ τις διόπτρες

τη διαχωριστική γραμμή, με τις άσπρες σημαδούρες στη λίμνη,

ή τις μικρές ασβεστωμένες τριγωνικές πυραμίδες στη στεριά.

Έτσι η παραβίαση «είναι αδύνατη» μέρα και νύχτα.



Μερικές φορές στο παρελθόν, αλλά και τώρα,

όταν το σούρουπο κατέβει απ’ το Μπέλες και βρέξει

τα πόδια του στο καθαρό νερό της λίμνης, τα μαύρα φαντάσματα

παφλάζουν τις νηκτικές τους μεμβράνες κ’ η καρίνα

σπαθίζει την απαραβίαστη γραμμή, απλώνοντας αόρατα μερσίνια

σε ξενικούς βυθούς, βουβά, χωρίς ψίθυρο και φως

και μόνα ορατά σημεία, τα πράσινα μάτια, που σπιθίζουν

κάθε βράδυ, στ’ αντικρινό βουνό του Στρετένοβου.



Κι όταν παγώσουν στητά τα κύματα με το βοριά

και μείνουν οι βάρκες ακίνητες, η μια μπρος γυρτή,

η άλλη στου κωπηλάτη την άκρη, η τρίτη στα πλευρά,

καθώς βρέθηκαν μες στο χειμωνιάτικο πάγο,

τότε το τσεκούρι κόβει με τις ώρες το γυαλί,

μέχρι να ’βρει το πλεούμενο χώρο λεύτερο να ταξιδέψει.

Ο σιγανός Βαρδάρης παίρνει τους κομμένους πάγους, που επιπλέουν,

τους χτυπά επανωτά σπάζοντάς τους σε μικρά κρυστάλλινα κομμάτια

και τους ταξιδεύει νότια, για να λιώσουν εκεί το κορμί τους.



Η βάρκα μπαίνει ξωπίσω τους αργά. Τα σημάδια βουλιαγμένα τα πιο πολλά.

Κι ορατές μόνο οι όρθιες μύτες των καλαμιών, που σημαδεύουν το άπειρο.

Τ’ απλωμένο χέρι αρπάζει την άκρη του σχοινιού,

που γλιστράει σα χέλι στην παγωμένη φούχτα του ψαρά.

Η πέτρα ασήκωτη στο βυθό, τεντώνει το σχοινί και τρέχει η μπλάβα

καθώς κυνηγά τους πρώτους φελλούς, που αγγίζουν τον άνεμο,

και μαζί τα χέρια δουλεύουν περπατώντας το δίχτυ,

με τα μάτια να σπαθίζουν του νερού τη διαύγεια.

Και σαν ασπρίσει το υδρόβιο όνειρο, τα κουπιά καρφώνουν

την μπλάβα στο νερό, ενώ τα χέρια ζευγαρώνουν το φελλό με το μολύβι,

μέχρι η στρογγυλή απόχη, που χάσκει κάτω χαμηλά,

να δεχτεί ολόχαρη το ολόπαχο ψάρι και να το ρίξει

για να χτυπιέται, ώρα πολύ, πάνω στο πισσωμένο σανίδι.



Πέρα το παλιό τελωνείο, περιμένει τη καινούρια συμφωνία

για ν’ ανοίξει τις κλειστές του πόρτες και τα λυκόσκυλα

του Ελληνικού φυλακίου κυνηγούν, στον πυκνό καλαμώνα,

μια παρείσακτη, ασπρόμαυρη Σλάβα γάτα.



Οι μπάρες φέτος γέμισαν νερά κι ετοιμάζονται να δεχτούν

στο ζεστό τους πυθμένα τον Απρίλη των ψαριών το χαβιάρι.

Στη ρηχή τους ανταύγεια, παίζουν οι αχτίδες του φεγγαριού

με τις ατσάλινες μύτες των κοντινών ξερών βούρλων,

που ρίχνουν ανάλαφρα το λυγερό τους ίσκιο στα ήρεμα νερά.



Το βράδυ οι γλάροι κάνουν σύναξη. Και μετράς στο γαλάζιο ορίζοντα

την κατάμαυρη γραμμή τους, που σα σφήνα παραβιάζει το επίσημο φυρ

και τραβάει βόρεια, με μια σίγουρη πτήση, ποιος ξέρει για πού;

Ακολουθούν οι μακρύλαιμοι ερωδιοί, που κρώζουν αδιάκοπα

καθώς ανεβαίνουν και παίρνουν το ύψος του βουνού,

όπου στέκουν ασάλευτα τα δυο αυτοκρατορικά λιοντάρια,

πάνω απ’ τα δέκα χιλιάδες ονόματα των Βρετανών στρατιωτών

κι ύστερα σηκώνονται ακόμα πιο ψηλά, μέχρι να χαθούν ανατολικά,

για να περάσουν τη νύχτα τους σ’ άγνωστους σε μας τόπους.



Σαν τα φώτα ανάψουν στις όχθες της Πρασιάς,

ξυπνά το Σερβικό τύμπανο παλιούς σλάβικους σκοπούς,

συντροφιά με της γκάιδας τη λιγνή φωνή.

Η νύχτα αμοίραστη βαραίνει τα κουρασμένα βλέφαρα.

Μάρτης 1982
Σεραφείμ Χρ. Χατζόπουλος




ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Βέβαια δυο χρόνια αργότερα λειτούργησε η τελωνιακή

σύνδεση Ελλάδας – Γιουγκοσλαβίας ( και τώρα με τη FYROM ) στη

Δοϊράνη κι επομένως περνούν τα διαβατήρια.





ΔΟΪΡΑΝΗ



Μαγιάτικο μεσημέρι του 1976. Καθισμένοι στην ταβέρνα του Μπανίκα με τον αδερφό μου τον Παναγιώτη κι ένα νεαρό ζευγάρι από την Όλπε της Δυτικής Γερμανίας, το Χάρη και την Ίνκε, πίναμε την κρύα μπύρα μας. Το ζευγάρι είχε έρθει στο Βάσο, που είχε δουλέψει με τη γυναίκα του τη Μόρφη, για πολλά χρόνια στα μέρη τους.

Εδώ και τέσσερις μέρες φυσούσε δυνατός Βαρδάρης, αλλά από σήμερα το πρωί έκοψε και τώρα η λίμνη της Δοϊράνης ησύχαζε μέσα στη θολούρα της.

Οι ψαράδες, μόλις κόπασε ο αέρας, μπήκαν κι έβγαλαν τα δίχτυα τους, που ήταν φορτωμένα από χόρτα και παρλίδα και πού και πού είχαν και κανένα ασπρόψαρο και σπάνια ένα δυο γκοτζαράκια.

Αφού τα ξεψάρισαν, τα πήγαν στην παράγκα του Κωτούλα, που έκανε τότε τον ψαρέμπορο. Λίγα κιλά, ξίκικο ζύγι και λιγοστές δραχμές. Ούτε για φαΐ και τσιγάρα.

Ύστερα άρχισαν ν’ απλώνουν πάνω στην άμμο τα δίχτυα, για να σκάσει η παρλίδα και να ξεραθεί απ’ τον ήλιο, ν’ αλαφρύνει το δίχτυ, για να μπορέσει να το κρεμάσει ο ψαράς στα καρφιά από τις λεύκες, να τρίψει τα κουβάρια των μικρομυδιών και να το καθαρίσει. Και αφού το καθαρίσει, να το μαζέψει κουλούρα στον αγκώνα του, να το δέσει κι έτσι θα είναι έτοιμο για νέο ρίξιμο στη λίμνη.

Εκείνη την ώρα ακούστηκε ένα ρυθμικό χτύπημα ξύλου πάνω σε ξύλο σαν τα ξυλοσήμαντρα των καλογέρων στα μοναστήρια: «τακ, τακ, τακ, τακ ….»

Γυρίζοντας το βλέμμα μας στη λίμνη είδαμε κάπου ενάμισι χιλιόμετρο μακριά, σε βάθος τρία τέσσερα μέτρα, μια μπλάβα, να διαγράφει ένα κύκλο, με τον κωπηλάτη να παίζει γρήγορα τα κουπιά και το σύντροφό του να βροντοχτυπάει ένα ξύλο στη χοντρή μύτη της πλώρης.

- Κάνουν τράκα είπε ο Παναγιώτης. Είναι ο

Κουκουλιάγκας και ο Μπουζούκας. Μπορεί τώρα με τη θολούρα να πιάσουν καλά ψάρια.

Ο Βάσος εξηγούσε στα γερμανικά στο Χάρη, πώς γίνεται η τράκα κι εκείνος εντυπωσιασμένος απαντούσε κάθε τόσο.

- Για, για, για….

Ο Χάρης ήταν ψηλός, ξανθός, με μαλλιά μακριά, χυτά στους ώμους και με γεροδεμένο και καλογυμνασμένο κορμί. Ένας σωστός άρειος. Σίγουρα θα τον ενέκρινε και ο Φύρερ. Η Ίνκε αντίθετα ήταν λεπτοκαμωμένη, καστανή με καλοφτιαγμένο πρόσωπο, μύτη ελαφρά γυριστή προς τα πάνω και λεπτό πηγούνι. Έμοιαζε περισσότερο με συμπαθητικότατη Γαλλιδούλα, παρά με Γερμανίδα. Και οι δυο τους ήταν γύρω στα 25-26 χρονών.

Φαίνονταν ότι η σχέση τους ήταν μια χαλαρή φιλική και όχι ερωτική. Τουλάχιστον για μας τους νότιους

Μεσογειακούς θερμόαιμους, που κρίνουμε με τα δικά μας κριτήρια και μετράμε με τα δικά μας μέτρα και σταθμά τις σχέσεις των ανθρώπων. Βέβαια ο Βάσος, που τους ήξερε καλύτερα, έλεγε πως πρέπει να ήταν κάτι παραπάνω από φίλοι και φυσικό είναι να ήξερε, διότι αυτός τους φιλοξενούσε στο σπίτι του και τους έβαζε να κοιμηθούν στο ίδιο δωμάτιο σε διπλό κρεβάτι.

Μια μέρα ο ¶γγελος, ο Παναγιώτης, ο Χάρη και η Ίνκε καθισμένοι σ’ ένα τραπέζι στην ίδια ταβέρνα έπινα κρύες μπύρες και απολάμβαναν τον ανοιξιάτικο ήλιο.

Στην άκρη του τραπεζιού είχαν συγκεντρωθεί καμιά δωδεκαριά μεταλλικά βουλώματα από τα μπουκάλια της μπύρας. Όταν ο Χάρη σηκώθηκε και μπήκε μέσα στην ταβέρνα, ο ¶γγελος πήρε τα βουλώματα και γυρίζοντάς τα ανάποδα σχημάτισε μπροστά του πάνω στο τραπέζι έναν καγκελωτό σταυρό. Η Ίνκε τον κοίταζε χαμογελώντας χωρίς να λέει τίποτε.

Όταν σε λίγο επέστρεψε ο Χάρη και πήγαινε να ξανακαθίσει στην θέση του, μόλις είδε τον καγκελωτό σταυρό εξοργισμένος χτύπησε με τη γροθιά του πάνω σ’ αυτόν φωνάζοντας ταυτόχρονα:

- Νάιν – Νάιν…..

Οι οδοντωτές άκρες των βουλωμάτων του κατάκοψαν τα δάχτυλα και το αίμα πετάχτηκε κοκκινίζοντας το τραπέζι.

Αμέσως έτρεξε ο Μπανίκας να δει τι συμβαίνει ενώ ο Χάρη χωρίς να προσέχει το καταματωμένο χέρι συνέχισε να φωνάζει:

- Νάιν – Νάιν - Νάιν – Νάιν …..






Searafeim Hatzopoulos

Αριθμός μηνυμάτων : 117
Ηλικία : 72
Τόπος : Βαρδαλή Δομοκού Φθιώτιδας
Registration date : 19/02/2008

Character sheet
castle:
0/0  (0/0)

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Η ΛΙΜΝΗ ΔΟΪΡΑΝΗ ΚΙΛΚΙΣ (2/5 ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΙ 3/5 ΣΚΟΠΙΑΝΗ)

Δημοσίευση από Searafeim Hatzopoulos Την / Το Τρι Ιαν 19, 2010 1:46 pm


................................................................................................



ΠΩΣ Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΚΑΙ Ο ΠΑΠΠΟΥΣ ΜΟΥ ΒΡΗΚΑΝ ΣΠΙΤΙ


Ας ξαναγυρίσουμε όμως στο Παριάμ Τερέ
Τσουβαπλή των Τούρκων ή το Λαοδικινό το δικό μας όπου έφτασαν ο πατέρας μου και ο παππούς μου το 1922 μετά την Μικρασιατική καταστροφή. Το χωριό είναι χτισμένο πάνω σΆ ένα λόφο και από εκεί φαίνεται καθαρά το Κιλκίς και το πίσω μέρος του Ωραιόκαστρου τηςΘεσσαλονίκης. Αν είναι καθαρή η ατμόσφαιρα πέρα – μακριά μπορεί να διακρίνει κανείς ακόμη και τον Όλυμπο, το μυθικό βουνό του Ελληνικού δωδεκάθεου, απΆ όπου έριχνε, καθώς γράφουν τα αρχαία βιβλία, όταν θύμωνε ο Δίας τους κεραυνούς του και κατάκαιγε ανθρώπους, ζωντανά και σπαρτά. Και τον θύμωνε συχνά η γυναίκα του,
η θεά Ήρα με τις μηχανορραφίες και τις ιδιοτροπίες της.


Ο παπα-Δημήτρης Νικολαϊδης είχε πάει κάποιες μέρες πιο πριν στο χωριό και έπιασε για τον εαυτό του το σπίτι που
κατοικούσε παλιότερα ο Μπέης, που το χρησιμοποιούσε και σαν δικαστήριο και ήταν το καλύτερο του χωριού. Πρώτα ο παπάς
ευλόγησε τα γένια του, που λέει και η παροιμία
.

Πιο πέρα απΆ αυτό το σπίτι ήταν ένα άλλο, που το είχαν οι τούρκοι σαν φυλακή και είχε μια μεγάλη πολύ χοντρή πόρτα.
ΣΆ αυτό το σπίτι έμεινε ένας συγχωριανός μας ο Κυρμανίδης.


Ο πατέρας μου με τον παππού βρήκαν ένα σπίτι, που ήταν
κάπως καλύτερο από τα γύρω του και προσπάθησαν να ανοίξουν την πόρτα αλλά τη βρήκαν κλειδωμένη. Πήγαν ρώτησαν λοιπόν κάποιους γείτονες, που είχαν έρθει
νωρίτερα και κατοικούσαν στα κοντινά σπίτια κι αυτοί τους είπαν πως τα κλειδιά τα έχει ο παπάς. Δεν άργησαν να πάνε στο κονάκι του παπά, που άλλωστε τον γνώριζαν καλά κι
όταν του ζήτησαν τα κλειδιά εκείνος αρνήθηκε να τους τα δώσει.
Και χωρίς να σου δώσει τα κλειδιά ο παπάς δεν μπορείς να μπεις στον παράδεισο!
Ο πατέρας μου λοιπόν θύμωσε πολύ και έφυγε γρήγορα
για να μην βρίσει τον παπά. Πήγε έξω από το κλειδωμένο
σπίτι καταστεναχωρημένος και για πολλή ώρα χωρίς να
βγάλει μιλιά σκέφτονταν τι να κάνει. Δίπλα ο παππούς
ακούμπησε κατακουρασμένος σΆ ένα ξερότοιχο.
Ξαφνικά ο πατέρας μου, σαν να τον τσίμπησε μύγα, πήρε
φόρα και έπεσε με όση δύναμη είχε πάνω στην κλειδωμένη
εξώπορτα του σπιτιού, που άνοιξε διάπλατα.


-Μπες μέσα, είπε στον πατέρα του. Αυτό το σπίτι είναι
δικό μας. Δεν μπορεί κανείς να μας το πάρει.


Ο παππούς σηκώθηκε και με γρήγορα βήματα, σαν να ήταν τριαντάχρονο παλικάρι, μπήκε στο καινούργιο μας σπίτι. Εκεί
βρήκαν ένα μεγάλο ξύλινο καναπέ και κάθισαν πατέρας και γιος να ξαποστάσουν.
Ο ήλιος έριχνε τις τελευταίες αχτίνες του απΆ το θαμπό
τζαμλίκι του παράθυρου. Η μέρα κόντευε να τελειώσει.


Αυτό το βράδυ θα κοιμόντουσαν στο νέο τους σπίτι.
Αύριο έχει ο Θεός.
....

Την άλλη μέρα πρωί – πρωί τους ξύπνησαν τα σπουργίτια,
που τσίριζαν στην ψηλή ακακία της αυλής λύνοντας τις
διαφορές τους, καθώς πηδούσαν ασταμάτητα από κλαδί σε κλαδί. ¶νοιξαν τα μάτια τους πατέρας και γιός και πέρασαν
λίγα δευτερόλεπτα μέχρι να θυμηθούν πού βρίσκονται.


Βγήκαν έξω και κάθισαν στο στρογγυλό σοβά που τριγύριζε
τη γριά ακακία,
που τα ακροκλώναρά της ξεπερνούσαν το ύψος των κεραμιδιών του σπιτιού. Μια μεθυστική
μυρωδιά άρχισε να τους χαϊδεύει τα ρουθούνια. Ήταν ένα θεσπέσιο αιθέριο μίγμα από τα λουλούδια τις ακακίας και τα αγριολούλουδα της αυλής. Και είχε αυτή η μυρωδιά κάτι και από την μακρινή πατρίδα στην Ανατολή. Ένας βαθύς αναστεναγμός βγήκε από τα στήθια του παππού μου.
Ο πατέρας μου τον κοίταξε χωρίς να πει τίποτε.
Καταλάβαινε τον καημό, που έκαιγε τα σωθικά του γέροντα.


Έτσι πέρασε λίγη ώρα με το γέροντα νΆ αναστενάζει και τότε ο πατέρας δεν κρατήθηκε άλλο.

-Μην κάνεις έτσι πατέρα, του είπε. Όλη η γης είναι πατρίδα του ανθρώπου.
Είδες τι κάνουν τα πουλιά; ¶μα τους χαλάσει τη φωλιά ένας κακός άνθρωπος και τα διώξει αυτά πηγαίνουν σΆ άλλον τόπο και με όρεξη ξαναχτίζουν καινούρια φωλιά.
Κι εμάς μας έδιωξε ο τούρκος απΆ τα μέρη μας και το σπιτικό μας. Ήρθαμε
εδώ. ΣΆ αυτό το απάνεμο μέρος βρήκαμε έτοιμη φωλιά. Αυτό το σπίτι. Θα το διορθώσουμε.
Θα αλλάξουμε τα κεραμίδια όπου έχει σταλάματα. Θα το ασβεστώσουμε. Θα φυτέψουμε δένδρα και λουλούδια στην αυλή. Αυτό είναι
τώρα η καινούρια μας φωλιά.

Ο γέροντας που άκουγε τόση ώρα αμίλητος το γιο του, σηκώθηκε όρθιος, πήρε δυο βαθιές ανάσες και είπε:

-Ναι παιδί μου. Όλα θα γίνουν με τη βοήθεια του Θεού.
Αυτός που μας γλίτωσε απΆ το μαχαίρι του οχτρού φαίνεται πως δεν μας έχει για χάσιμο.
Με τη βοήθειά του βρήκαμε ετούτον οντά. Θα τον περιποιηθούμε να γίνει γερός και όμορφος.
¶λλωστε εδώ μέσα περιμένω να δω σαν παντρευτείς και τα εγγόνια μου. ΝΆ αξιωθώ να χορέψω στα πόδια μου αρσενικά και θηλυκά.

Και λέγοντας αυτά η φωνή του βγήκε μεσοκομμένη απΆ το λαρύγγι του ενώ άφθονα δάκρυα κύλισαν στα σκαμμένα
του μάγουλα ενώ την ίδια στιγμή ένας λυγμός ανέβηκε απΆ το λαρύγγι του.
Βλέπετε η προσμονή της χαράς και η θύμηση του πόνου είναι πολύ κοντά. Κι εκείνη τη στιγμή αυτά τα δυο ανακατεύτηκαν μέσα στην ψυχή του παππού μου και του αναποδογύρισαν τα σωθικά.


Πολλές φορές στη ζωή παλεύουν δυο αντίθετα πράγματα: Η ξαστεριάμε τη συννεφιά. Η φωτιά με το νερό. Η λύπη και η στεναχώρια με τη χαρά. Η φτώχεια με τον πλούτο και τόσα άλλα. Κι απΆ αυτή την αμάχη νικά πότε το ένα και πότε τΆ άλλο. Και αλληλοδιαδέχονται μέσα στο κύλισμα του χρόνου η ειρήνη τον πόλεμο και η ευτυχία τη δυστυχία. Εκείνο, που καλείται να κάνει ο άνθρωπος είναι να μένει πάντα όρθιος και να αντιμετωπίζει ψύχραιμα αυτά τα πάνω και τα κάτω της ζωής. Να κρατάει σωστά το τιμόνι και στη μπουνάτσα και στην τρικυμία καθώς ταξιδεύει μέσα στην καθημερινότητα με τα ευχάριστα και τα δυσάρεστα συμβάντα της.
Από πολύ νωρίς να μάθει αυτούς τους κανόνες του παιγνιδιού, που άλλοι λένε πως τους έχει βάλει ο Θεός, άλλοι πως έτσι
τα κανονίζει η μοίρα και κάποιοι πιο πραχτικοί πως ο ίδιος
ο άνθρωπος μέσα από τις πιθανότητες του τυχαίου δημιουργεί τις θετικές ή τις αρνητικές πορείες της ζωής του. Βέβαια στην περίπτωση των δικών μου, κάποιοι άλλοι κυβερνήτες και στρατηγοί δημιούργησαν όλες εκείνες τις αρνητικές
προϋποθέσεις, που με μαθηματική ακρίβεια οδήγησαν στην μεγάλη ήττα, την Μικρασιατική καταστροφή και την πλήρωσε
ο απλός λαός με το αίμα του και οι περισσότερο τυχεροί με
τον ξεριζωμό τους.


Εκεί στο στρογγυλό σοβά της γέρικης ακακίας πατέρας και
γιος ξανάφερναν στο νου τους εκείνες τις φοβερές ώρες του ξεριζωμού τους απΆ τη γλυκιά ανατολή του Πόντου, όπου απΆ την αρχαιότητα οι μακρινοί πρόγονοί τους είχαν στεριώσει ένα σωρό Ελληνικές πολιτείες . Και με το διάβα των χρόνων και
των αιώνων, μέχρι να φτάσει η καταραμένη ώρα του ξεριζωμού, είχαν περάσειπολλοί ξένοι καταχτητές, άλλοι μαλακοί κι άλλοι πιο σκληροί, χωρίς να μπορέσουν
να ξεριζώσουν την Ελληνική τους ταυτότητα και τους ίδιους
απΆ τη γενέθλια γη..


Τώρα σΆ αυτό το μεγάλο κατηφορικό οικόπεδο του Παριάμ Τερέ
Τσουβαπλή, των οχτώ περίπου στρεμμάτων, έστεκε το μεγάλο δίπατο τουρκόσπιτο με τους χοντρούς πέτρινους τοίχους και τη διπλόφυλλη πόρτα από βαλανιδιά και τα πολλά μικρά παράθυρα. Το δικό τους πια σπίτι. Λίγα μέτρα πιο κει η στενόμακρη
αχυρώνα σκεπασμένη κι αυτή με εγχώρια χοντροκεράμιδα περίμενε το χόρτο και το άχυρο νΆ αποθηκέψει ο καινούριος αφέντης, ο πατέρας μου με τη βοήθεια του δικού του πατέρα.


Στο ισόγειο του σπιτιού από τη μια και την άλλη μεριά ήταν
αραδιασμένα τα παχνιά των βοδιών και των αγελάδων. Και
από πάνω απΆ αυτό το στάβλο καρφωμένο στέρεα στα χοντρά μαδέρια τα σχιστόξυλα της βαλανιδιάς, που αποτελούσαν το αθάνατο πάτωμα. Αυτό χώριζε και τους ανθρώπους από τα ζώα.
Από πάνω οι άνθρωποι και από κάτω τα υποζύγια.
Και στη μεγάλη αυλή τα δύο μαντρόσκυλα, που αργότερα φρόντισε να έχει ο παππούς μου. Τον Κεμάλ ένα ψηλό,
άσπρο, γεροδεμένο σκυλί και την Λίζα, μικρόσωμη και ντελικάτη, πιστούς φύλακες του σπιτιού και των ζωντανών μας.


Στην άκρη της μεγάλης αυλής ήταν το κοτέτσι, χτισμένο με πέτρα και χωματολάσπη και σκεπασμένο με εγχώρια κεραμίδια.
Μέσα από τη μια και την άλλη μεριά στηρίζονταν στον τοίχο οι ξύλινες βέργες σαν μια πυκνή οριζόντια σκάλα, όπου ανέβαιναν το βράδυ οι κότες και ο κόκορας και έπαιρναν τον ύπνο τους. ΑπΆ έξω μπορεί να τριγύριζαν οι αλεπούδες αλλά πάντα η
πόρτα ήταν κλειστή, μΆ ένα χοντρόξυλο κοντραρισμένο για ασφάλεια και τα σκυλιά μας αγρυπνούσαν φύλακες πιστοί.

…………………………………………………………………………………………

Ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Γιάννη Κοτσαπαρασίδη «ΘΥΜΑΣΑΙ ΜΗΤΕΡΑ;» που εκδόθηκε το 2009.

ο φίλος του Σεραφείμ Χατζόπουλος κι εδώ ¶γγελος Χατζής


Έχει επεξεργασθεί από τον/την Searafeim Hatzopoulos στις Σαβ Μαρ 13, 2010 10:09 am, 1 φορά

Searafeim Hatzopoulos

Αριθμός μηνυμάτων : 117
Ηλικία : 72
Τόπος : Βαρδαλή Δομοκού Φθιώτιδας
Registration date : 19/02/2008

Character sheet
castle:
0/0  (0/0)

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Η ΛΙΜΝΗ ΔΟΪΡΑΝΗ ΚΙΛΚΙΣ (2/5 ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΙ 3/5 ΣΚΟΠΙΑΝΗ)

Δημοσίευση από Admin Την / Το Παρ Ιαν 22, 2010 3:02 pm

Η πολιτικη μας κυριε Σεραφειμ παντα "ισχνη" , ανάξια της ιστοριας μας ...εγκληματει χωρις τιμωρια ! Οτι πρεσβευει το αποσπασμα αγαπητε "δασκαλε" ηθελημενα μας κανουν να το λησμονουμε ...και ξερετε πως η μνημη ειναι κεινη που μας προστατευει απ' την αλλοτρίωση !!! Και δε μιλαω για το μεγαλοιδεατισμο δε μ ενδιαφέρει να γινει η χωρα μεγαλη σε εκταση ..μα να ξαναγινει εκεινο που της αξιζει ..μεγαλη στο πνευμα !!!


Like a Star @ heaven

_________________
Γνωριζω το τέλος . Η πορεια με παραπλανα...

"ΟΛΒΙΟΣ ΟΣΤΙΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΕΣΧΕ ΜΑΘΗΣΙΝ"

Admin
Admin
Admin

Αριθμός μηνυμάτων : 1288
Ηλικία : 47
Τόπος : Athens
Registration date : 17/02/2008

Character sheet
castle:
0/0  (0/0)

http://www.youtube.com/user/neomonastiri

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Η ΛΙΜΝΗ ΔΟΪΡΑΝΗ ΚΙΛΚΙΣ (2/5 ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΙ 3/5 ΣΚΟΠΙΑΝΗ)

Δημοσίευση από Searafeim Hatzopoulos Την / Το Κυρ Ιαν 24, 2010 12:15 pm

Σήμερα 24 Ιανουαρίου του σωτήριου έτους (κατά την Βυζαντινή
έκφραση) 2010 m.X και ώρα19 και 15΄επέστραψα
από μια διήμερη επίσκεψή μου στη Δοϊράνη, τόπο καταγωγής της συζύγου μου. Το
σπίτι μας, γονική παροχή από τον πενθερό μου βρίσκεται σε απόσταση μικρότερη των
100 μέτρων
από το εκεί Ελληνικό τελωνείο. Τις άλλες φορές έβλεπε εκεί κανείς πολλά
ΙΧ από τη Θεσσαλονίκη κυρίως εκείνων, που τα άραζαν εκεί και έρχονταν το λεωφορειακή
του Σκοπιανού καζίνου του Στρετένοβου να τους πάρει για να χάσουν εκεί τα λεφτά
τους. Αυτή τη φορά όμως υπήρχαν εκεί μόνο τρακτέρ, μεγάλα και μικρά, αραγμένα
στη σειρά των γεωργών του νομού, που διεκδικούν - και καλά κάνουν- επίλυση των
προβλημάτων τους, που δημιούργησε η πολιτική της ΕΟΚ και των δικών μας
κυβερνήσεων.
Όσο αφορά τώρα τα κλασματικά μέρη της λίμνης 3/5 αυτοί και 2/5 εμείς έχουν
αλλάξει εις βάρος μας εδώ και πολύν καιρό!!! Στην πραγματικότητα σήμερα αυτοί
κατέχουν τα 4/5 του νερού και εμείς μόνο το 1/5, διότι το δικό μας κομμάτι
στέγνωσε, από τότε που ο Μακεδονομάχος υπουργός Β. Ελλάδας και απ' αυτόν και
μετά Μακεδονίας Θράκης, ο Στέλιος ο Παπαθεμελής διέταξε να ανοίξουν οι
σιδερένιες πόρτες, που κατασκευάστηκαν επί Τίτο και Γ.Παπανδρέου για να
ποτιστούν τα ρύζια στη Χαλάστρα! Κάθε χρόνο άνοιγαν οι πόρτες 3-4 μέρες σε περίπτωση
υπερχείλισης της λίμνης. Ο Στέλιος όμως, που τα είχε χαλασμένα με τους απέναντι
όχι μόνο τις άφησε 15 μέρες ανοιχτές, αλλά έφερε και φαγάνα και βάθυνε
την κοίτη εξόδου να φύγει πιο πολύ νερό. Η αλήθεια όμως είναι πως το νερό δεν
έφτασε ποτέ στα ρύζια της Χαλάστρας που διψούσαν. Κάπου στο δρόμο στο χωριό
Βαφειοχώρι (παλιό όνομα Ντραγουμίρ) οι ντόπιοι είχαν χαλάσει σε πολλά μέρη το
κανάλι να περνούν με τα τρακτέρ στα χωράφια τους , διότι το γεφύρι ήταν μακριά
και γιάλωσε εκεί ο τόπος σχηματίζοντας μια άλλη λίμνη και πνίγοντας χιλιάδες
στρέμματα σπαρτών. Αποτέλεσμα η στάθμη του νερού της λίμνης στο Ελληνικό μέρος, που είναι και η ρηχάδα κατέβηκε μισό μέτρο.
Από κει και πέρα ενώ απαγόρευαν να παίρνεις νερό από τη λίμνη και να ποτίζεις
τα σπαρτά, επέτρεψαν να ανοίξουν παραπάνω από 200 βαθιές γεωτρήσεις τραβώντας
κάθε χρόνο νερό από το υδροφόρο στρώμα της με αποτέλεσμα κάθε χρόνο η λίμνη να
ξεραίνεται και να γίνεται στεριά-αμμούδα παραπάνω από 100 μέτρα. Κι ενώ πριν
γίνουν όλα αυτά το μεγαλύτερο βάθος της λίμνης ήταν περίπου 10 μέτρα τώρα είναι μόνο
5. Έτσι εκεί που άλλοτε υπήρχε λίμνη στο Ελληνικό μέρος και σε δυο λεπτά από τα
σπίτια μας μπαίναμε στο νερό, τώρα πρέπει να περπατήσουμε για να τη βρούμε γύρω
στα 10 λεπτά.
Τι έκαναν οι Σκοπιανοί; Ακριβώς το αντίθετο απ' αυτό που έκαναν και κάνουν οι
δικοί μας. Βάθυναν το δικό τους μέρος με φαγάνες, διότι αυτοί εκεί έχουν
κάμπινγκ και μπανγκαλόου και την εκμεταλλεύονται τουριστικά- μιας και δεν έχουν
θάλασσα. Α! ξέχασα. Στο χάρτη τους περιλαμβάνουν τη δική μας Χαλκιδική! Αυτά
λοιπόν συνέβησαν και συμβαίνουν. Τη στιγμή που τα Σκόπια Αμερικανοκρατούνται-
ενώ στην Ελλάδα μερικοί λένε ΟΧΙ. Και κάθε μέρα- πριν κάνουν τον αποκλεισμό τα
τρακτέρ περνούν από το τελωνείο πάνω από 100 νταλίκες τους φορτωμένες κυρίως με
σίδηρο για την βιομηχανία τους και έχουν σμπαραλιάσει το δρόμο που ενώνει
το Δροσάτο με τη Δοϊράνη.
Βέβαια το έχω ξαναγράψει, πως τα αμερικανικά ελικόπτερα φεύγουν από τα καράβια
τους και αφού περάσουν σε χαμηλό ύψος από τα ελληνικά χωριά και τη λίμνη
μπαίνουν από τη δική τους Ελλάδα στα δικά τους Σκόπια.
Τι τα θες τι τα γυρεύεις για μένα τον απόγονο του Διογένη του Λαέρτιου για σένα
πιθανόν του Περικλή ή του Περσέα! Τα χαρτιά είναι μοιρασμένα.
"Μανέ θεκέλ φαρές" έγραφε το μεγάλο δάχτυλο στο τοίχο στ'
όνειρο του Ναβουχουδονόσορα. Έχουμε μετρηθεί, ζυγιστήκαμε και βρεθήκαμε λειψοί.
Όχι απ' τον Μεγάλο Γιαραμπή, αλλά απ' τον Αλμούνια και τους συνεργάτες του. Και
τώρα ήρθε η ώρα για κοκορομαχίες. Τα κανάλια μας περιμένουν.
ο λαός λέγαν στη Ρώμη θέλει άρτον και θεάματα. Κι αν δεν έχεις άρτον δώστου
περισσότερα θεάματα. Και οι διαδηλώσεις και οι αποκλεισμοί των δρόμων και
ληστείες μέρα μεσημέρι και πολλά άλλα συγκινούν τ' άγνωμα πλήθη του ...
Βάρναλη. ¶λλη φορά ... λιγότερα. Σεραφείμ
Χατζόπουλος ή ¶γγελος Χατζής
.


Έχει επεξεργασθεί από τον/την Searafeim Hatzopoulos στις Τετ Μαρ 10, 2010 8:59 am, 1 φορά

Searafeim Hatzopoulos

Αριθμός μηνυμάτων : 117
Ηλικία : 72
Τόπος : Βαρδαλή Δομοκού Φθιώτιδας
Registration date : 19/02/2008

Character sheet
castle:
0/0  (0/0)

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Η ΛΙΜΝΗ ΔΟΪΡΑΝΗ ΚΙΛΚΙΣ (2/5 ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΙ 3/5 ΣΚΟΠΙΑΝΗ)

Δημοσίευση από Searafeim Hatzopoulos Την / Το Τετ Φεβ 17, 2010 3:12 am

Ο ΜΠΑΡΜΠΑ-ΓΩΓΟΣ Ο
ΔΟΥΡΤΣΑΣ



Ένα σεβάσμιο γεροντάκι γύρω στα ενενήντα. Παρά τα τόσα χρόνια που βάραιναν στη ράχη του, το κορμί του ήταν ίσιο σα λαμπάδα, το πρόσωπό του φωτεινό και γελαστό, σα μικρού παιδιού και οι κινήσεις του γρήγορες, σίγουρες και ζωηρές, σαν εικοσάχρονου νέου.
Ο ¶γγελος ήταν τότε δάσκαλος στη Σκαμνιά Κερασοχωρίου Ευρυτανίας, τα δύσκολα εκείνα χρόνια της δικτατορίας και εκεί γνώρισε το αξιόλογο αυτό γεροντάκι.
Πρωτοσυναντηθήκαν στο «καφενείοτης Φρόσως» όπου κάθονταν με δυο τρία άλλα γεροντάκια, το Νίκο-Πλατύ, τον Κωστα-Κουτσιούμπα και τον Κώστα-Μάκα, όταν ήρθε από το στενό ανηφορικό δρομάκι τοάγνωστό μου μέχρι τότε αυτό γεροντάκι.


Μόλις έφτασε κοντά τους καλησπέρισε και πριν καθήσει, τον
σύστησε στο δάσκαλο ο Νίκο-Πλατύς, που θα Άταν μικρότερός του κατά πέντε-έξι χρόνια.

-Από δω κυρ-δάσκαλε ο Μπάρμπα-Γώγος ο Δούρτσας, ο εξερευνητής, μου είπε.


Ο ¶γγελος σηκώθηκε όρθιος και του Άδωσε το χέρι, προφέροντας το τυπικό:
-Χαίρομαι πολύ.
Ο Μπάρμπα Γώγος του το έσφιξε με θέρμη, λέγοντάς :


-Ώστε
εσύ είσαι ο δάσκαλος απΆ το Δομοκό; Και πριν ακούσει την απάντησή του,
συνέχισε. Τα ξέρω τα μέρη σας. Ήρθα κάνα-δυο φορές. ¶λλωστε είχα ακούσει πολλά
γιΆ αυτά απΆ τον αδερφό μου το Σταύρο,
που πολέμησε εκεί τους Τούρκους σε κείνο τον πόλεμο της ντροπής το 97.

-Ναι εγώ είμαι, απάντησε ο δάσκαλος και δεν είμαι μέσα από το Δομοκό αλλά από ένα χωριό του Δομοκού ,που βρίσκεται στα ριζά του Κασιδιάρη, αλλά έχει τα χτήματά του στον Θεσσαλικό κάμπο, απΆ το Βαρδαλή. Αλλά πες μου, γιατί σε αποκάλεσε ο Μπάρμπα-Νίκος «εξερευνητή;»
Γέλασε πλατιά το ζωηρό γεροντάκι, ρούφηξε μια βαθιά ρουφηξιά απΆ το στριφτό τσιγάρο που στο μεταξύ είχε ανάψει και απάντησε.
-Ψάχνω,του είπε. Ψάχνω.
-Γιατί ψάχνεις, Μπάρμπα-Γώγο; Τι θέλεις να βρεις; Τον ρώτησε ο δάσκαλος.
-Λίρες. Κρυμμένους θησαυρούς, του απάντησε μΆ ένα ελαφρό αναστεναγμό, το γεροντάκι καισυνέχισε. Ξέρεις πως κάθε άνθρωπος από τα νιάτα του ακόμα βάζει ένα σκοπό στη
ζωή του. ¶λλος θέλει να γίνει μεγαλοτσέλιγγας. Να Άχει πολλά γιδοπρόβατα. Να τΆ αρμέγει, να τα κουρεύει και να τα σαλαγάει
στα πλαερά και στους κάμπους.

¶λλος θέλει να γίνει καλός χτίστης. Να χτίζει μαστορικά όμορφο και γερό το σπίτι και τΆ άλλα χτίρια. Εσύ φαντάζομαι πως θα είχες και θα συνεχίζεις να έχεις σαν όνειρο, σκοπό και μεγάλο στόχο να γίνεις και να είσαι πάντοτε καλός δάσκαλος.
Να μαθαίνεις πολλά γράμματα στα παιδιά και να τα κάνεις σωστούς ανθρώπους.
Εγώ λοιπόν, συνέχισε, έβαλα σα σκοπό στη ζωή μου να βρω τον κρυμμένο θησαυρό. Να βρω όλους τους κρυμμένους θησαυρούς.
Από τότε που ήμουν δεν ήμουν δεκάχρονο παιδάκι, θυμούμαι και άκουγα από τους μεγάλους διάφορες ιστορίες για κρυμμένους θησαυρούς, μου μπήκε μέσα ο διάβολος και με καταράστηκε μια ζωή ολάκερη να σκάβω.
-Ξέρεις δάσκαλε, είπε ο Νικο-Πλατής, ο Γώγος έχει γυρίσει όλα τα Βαλκάνια ψάχνοντας.
Δεν άφησε πέτρα για πέτρα και πουρνάρι για πουρνάρι. Όλα τΆ ανάγειρε. Τώρα το τι βρήκε όλα αυτά τα χρόνια που ψάχνει, είναι άλλος λογαριασμός. Αυτός ξέρει καλύτερα. Μπορεί να σου πει.

-Τα παραλέει ο Νίκος, παρατήρησε ο Μπαρμπαγώγος. Είναι αλήθεια ότι έχω ψάξει σε πολλά μέρη της Ελλάδας και πήγα ψάχνοντας και στη Γιουγκοσλαβία και τη Βουλγαρία. Αλλά μένουν και πολλά άλλα να ψάξω ακόμα. Δεν έχω τελέψει.
-Εσύ θα ψάχνεις και στα εκατόν πενήντα σου, πετάχτηκε ο Κωσταμάκας. Κι όσο μεγαλώνεις τόσο αυγαταίνει η όρεξή σου
για σκάψιμο. Αυγαταίνει η παλαβομάρα δηλαδή, είπε για να τον πειράξει.

Εκείνη την ώρα ο ήλιος είχε γύρει πάνω στΆ αντικρυνά βουνά κατά τις Αμπάρες κι ένα αλαφρό αεράκι φύσηξε απΆ το μπουγάζι του Αγραφιώτη και κούνησε τα φύλλα των
μεσέδων που έστεκαν έξω από το παραγκοκαφενείο. Πέρα μακριά, το Καυκί βάφηκε μουντό και ακούστηκαν έντονα νιαουρίσματα από τις γάτες της Λιαμάκαινας, που δεν είχε και λίγες. Τριάντα δύο μετρημένες. Σωστό κοπάδι. Και τις γνώριζε κάθε μια με τΆ όνομά της. Σε λίγο φάνηκε και η αφεντικίνα τους έχοντας στην αγκαλιά της λίγο κλαρί για τα κατσίκια.

Κι ενώ γίνονταν όλα αυτά ο Κωστακουτσιούμπας, που έπαιζε με τις κεχριμπαρένιες χάντρες του κομπολογιού του πήρε το λόγο
λέγοντας:

- Για πες μας, Γώγο, την ιστορία με τις λίρες στο Σταμνά.
-Να σας την πω, για ακόμα μια φορά, γιατί θαρρώ πως σας την έχω ξαναδιηγηθεί, αποκρίθηκε ο Γωγοδούρτσας και συνέχισε:
Θάταν Απρίλης μήνας του 24 όταν άκουσα ένα βράδυ σΆ ένα χάνι στο Αγγελόκαστρο ένα γέροντα να λέει σε μια αντροπαρέα, πως άκουσε από ΅να σχωρεμένο θειο του πως σΆ
ένα ξωκλήσι στο Σταμνά, είκοσι βήματα περπάτημα απΆ το ιερό κατά τον ήλιο, ώρα δέκα το πρωί και περί τα μέσα του Μαγιού, είναι θαμμένες ένας γκοζοτενεκές λίρες. Εκείνο τον καιρό εγώ με την Ανέστω τη γυναίκα μου, μέναμε στο Σταμνά, στο σπίτι του θειου μου, Πανορίζου, που Άχε πάει να μείνει με τα παιδιά του στο Μεσολόγγι. Εγώ δεν ήθελα νΆ ακούσω άλλες λεπτομέρειες. Έδεσα κόμπο την πληροφορία κι άρχισα να λογαριάζω τις μέρες μέχρι να φτάσει δεκαπέντε του Μάη.


Ήθελε ακόμα είκοσι πέντε μέρες. Πήγα κι εξέτασα από κοντά το ξωκλήσι που ήταν στΆ όνομα του Αϊ-Νικόλα και φρόντισα να έχω έτοιμο τον κασμά και το φτυάρι για το σκάψιμο την κατάλληλη ώρα. Και σαν έφτασε η δεκαπέντε του Μάη, πήγα στο ξωκλήσι στις δέκα το πρωί και βλέποντας τον ήλιο μέτρησα είκοσι βήματα και σημείωσα το μέρος, βάζοντας ένα σωρουδάκι πέτρες.
Σαν νύχτωσε, πήρα τα τσιμπράγκαλά μου, κασμά και φτυάρι κι άρχισα το σκάψιμο στο σημείο που είχα
σημαδέψει. Ήταν μια νύχτα με ολόγιομο φεγγάρι κι έβλεπα, σα μέρα. Στην αρχή, κανένα μισό μέτρο βάθος, το χώμα ήταν κόκκινο και σκληρό σαν τσιμέντο. Ύστερα έβγαζα το ίδιο χώμα, αλλά πιο αφράτο και μικρές ασπρόπετρες. Έφτασα στο ένα
μέτρο βάθος και δεν βρήκα κανένα σημάδι των χρημάτων και είχα αποκάμει από το σκάψε, πέταξε πάνω από μιάμιση ώρα. Ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι σΆ όλο μου το κορμί και το πρόσωπο. Κάθισα λίγο να ξαποστάσω και να πάρω την ανάσα μου.

Ύστερα ξανάρχισα το σκάψιμο, όλο και πιο δύσκολα τώρα γιατί βάθυνε πολύ ο λάκκος, που ήταν κομμάτι στενός και δεν μπορούσα να πετάξω έξω τα χώματα και τις πέτρες με το φτυάρι. ¶ρχισα λοιπόν να τα πετώ με τα χέρια μου. Κι εκεί, που έλεγα μέσα μου πως η πληροφορία για χρήματα ήταν παραμύθι και πως έπρεπε να τα παρατήσω και να γυρίσω στο σπίτι μου, ξαφνικά ο κασμάς χτύπησε σε κάτι σκληρό και μεγάλο. Αναρίγησα. Η ανάσα μου έγινε γοργή και οι χτύποι της καρδιάς μου δυνατοί. ¶ναψα το τσακμάκι μου να δω καλύτερα. Είδα πως ήταν το καπάκι από ένα σιδερένιο κασόνι. Συνέχισα να σκάβω με μανία μέχρι που ξεσκέπασα ολόκληρο το καπάκι, που από τη σκουριά είχε κολλήσει με το υπόλοιπο. Προσπάθησα να το ανοίξω μα δεν μπόρεσα. Τότε έπιασα την άκρη του καπακιού με το κασμά και πίεσα προς τα κάτω με δύναμη.
Το καπάκι σχίστηκε στη μέση, αδυνατισμένο απΆ την πολλή σκουριά και το μισό τινάχτηκε προς τα πάνω. Και τι όνειρο! Από κάτω έλαμψαν, φωτισμένες απΆ το φως του φεγγαριού οι λίρες! Ήταν τόση η συγκίνησή μου, που μου ΅φυγε ο κασμάς από τα χέρια. Οι χτύποι της καρδιάς μου τώρα πια δεν ξεχώριζε ο ένας από τον άλλο και η ανάσα μου τάχυνε πλιότερο από πριν. Ακόμη ένοιωσα να μου κόβονται τα πόδια. Κάθισα πάνω στο σωρό του χώματος να συνέρθω λίγο. Ύστερα άπλωσα το δεξί μου χέρι και χούφτωσα όσες λίρες μπόρεσα αδειάζοντάς τις μια – μια πάλι στο κασόνι ενώ ταυτόχρονα έβγαζα μια δυνατή φωνή, σαν τη φωνή που βγάζει ο νικητής ύστερα από ένα μεγάλο και πολύ δύσκολο αγώνα.

Κάθισα έτσι χαϊδεύοντάς τες για μισή περίπου ώρα. Ύστερα άρχισα να ξεχώνω λίγο – λίγο το κασόνι. Σα φάνηκε ολόκληρο, το κούνησα και προσπάθησα να το σηκώσω. Αδύνατο! Σωστό μολύβι! Δεν ήταν τόσο το βάρος από τις λίρες αλλά από το κατασκουριασμένο σιδεροκάσονο. Έστρωσα κάτω το σάκο μου, κοντά στο στόμιο του λάκκου κι άρχισα να αδειάζω πάνω του λίρες από το κασόνι. Με λύπη μου είδα
πως δεν μπορούσα να τις πάρω όλες, όχι διότι ήταν τόσες πολλές αλλά φοβόμουν μην τις σπείρω στο δρόμο. Ύστερα άφησα το σάκο κάτω συνεχίζοντας να κοντανασαίνω ενώ το κορμί μου κολυμπούσε κυριολεχτικά στον ιδρώτα, που έτρεχε απΆ όλο το σώμα μου ποτάμι, έλουζε τα μαλλιά μου, κατέβαινε στο μέτωπο και μπαίνοντας μέσα από τα ματόκλαδα θόλωνε τα μάτια μου. Ακόμα έμπαινε στο στόμα μου και αρμύριζε τη γλώσσα μου.

Επιτέλους όχι μόνο είχα αγγίξει, αλλά είχα πιάσει το μοναδικό μου όνειρο. Βρήκα το θαμμένο θησαυρό! Οι λίρες ήταν μπροστά μου τις έπιανα και τις ξανάπιανα με τα χέρια μου!
Εκείνη τη στιγμή το φεγγάρι κρύφτηκε πίσω από ένα μολυβένιο σύννεφο και ταυτόχρονα ακούστηκε το κρώξιμο μιας κουκουβάγιας. Συνήλθα απΆ το όμορφο, πραγματικό μεθυστικό μου όνειρο και σκέφτηκα πως έπρεπε να βιαστώ, πριν αρχίσει να χαράζει να βρω ένα τρόπο να πάρω το θησαυρό και να γίνω Λούης. Μάζεψα τις άκρες του σάκου μου, τον ζαλικώθηκα στον ώμο και πήρα το δρόμο για το σπίτι του θείου μου, που θα Άταν περίπου ενάμισι χιλιόμετρο μακριά. Βαρύς κι ασήκωτος ο λιροφορτωμένος σάκος. Κι ακόμα πιο βαριά τα πόδια μου απΆ την κούραση. ΅Όμως γλυκιά η μεθυστική λάμψη του χρυσού, που μ΄ έφερε γρήγορα στην αυλή του θείου μου. Έσπρωξα την μισοσαπισμένη ξυλόπορτα της αυλής και μπήκα μέσα προσεχτικά. Κατόπι κατευθύνθηκα στην αχυραποθήκη και απίθωσα πίσω απΆ τις μεγάλες κόφες το σάκο με το χρυσάφι. Με τις κόφες αυτές, κουβαλούσε ο Μπάρμπας μου το καλοκαίρι
το άχυρο απΆ τΆ αλώνι.

Ύστερα κάθισα λίγο να ξαποστάσω και να σκεφτώ πώς θα φέρω και το υπόλοιπο χρυσάφι, που με περίμενε υπομονετικά στο κασόνι του. Και δεν είχα να διαλέξω ανάμεσα σε πολλές λύσεις. Σήκωσα πάλι το σάκο και άδειασα τις λίρες μέσα στην κόφα. Ο ήχος που έβγαζαν καθώς έπεφταν στον λινατσένιο πάτο τις κόφας και χτυπούσαν μεταξύ τους με φόβισε. Σκέφτηκα μην μΆ ακούσει η γειτονιά και χάσω το θησαυρό μέσΆ απΆ τα χέρια μου. Αλλά δεν είχα ώρα για φόβους και παραπανίσιες σκέψεις. Αφού άδειασαν όλες, πήρα το σάκο ανάρριχτα κι έφυγα αλαφιασμένος για το ξωκλήσι, όπου έφτασα μέχρι να πεις «κρεμμύδι».
Εκεί αφού έστρωσα πάλι το σάκο μου κάτω, με αρκετή δυσκολία σήκωσα το κασόνι κι άδειασα τις υπόλοιπες λίρες. Ύστερα πήρα το σάκο μου παράμερα και αφού ξανάβαλα
το σιδεροκάσονο στο λάκκο του και το σκέπασα με χώμα. Έριξα από πάνω μπόλικα ξερόφυλλα, να μη φαίνεται ότι φρεσκοσκάφτηκε το μέρος, ζαλικώθηκα το σάκο με τις λίρες, πήρα το αξίνι και το φτυάρι μου και έγινα μπουχός, για το σπίτι του Μπάρπα μου, μπαϊλτιασμένος από την κούραση γιατί το φορτίο αυτή τη φορά, λίρες και σκαφτικά αργαλεία ήταν ασήκωτα.

Κόντευε να χαράξει, όταν έφτασα και οι πρώτοι κοκόροι είχαν πει το τραγούδι τους. Και κείνο το μαντρόσκυλο του γείτονα, ο Μπασιούρης, αλυχτούσε συνέχεια κυνηγώντας τους ίσκιους της νύχτας και μένα, που σωστός ίσκιος, γλίστρησα ξανά στην αχυρώνα του θειου μου κι έριξα το σάκο μέσα στην ίδια κόφα, που είχα ρίξει και τΆ άλλο χρυσάφι.
Κατόπι άνοιξα την πίσω πόρτα του σπιτιού και χώθηκα στην κάμαρή μας κι ούτε γάτος ούτε ζημιά. Με προσοχή ξάπλωσα στο αχυρένιο στρώμα μου δίπλα στη Ανέστω, τη γυναίκα
μου, που δεν κατάλαβε τίποτα, έτσι στο σκοτάδι, χωρίς νΆ ανάψω το γκαζοκάντηλο, που κρεμόταν στο μεγάλο καρφί του τοίχου.

Η γυναίκα μου δεν ανησυχούσε όταν έλειπα τα βράδια, γιατί ήξερε την αρρώστια με το ψάξιμο για χρυσάφι και πολλές φορές μου είχε πει:
-Γώγο μου άδικος κόπος, που βολοδέρνεσαι στα λαγκάδια και τις ρεματιές, σαν την άδικη κατάρα, σκάβοντας εδώ και κει. Το χρυσάφι το Άχουνε καλά στα σεντούκια τους οι πλούσιοι. Δεν το χώσανε στον έρημο τόπο που ψάχνεις εσύ. Και βέβαια, με κανένα τρόπο δεν πίστευε πως θα Άβρισκα ποτέ χρυσάφι.
Η ώρα περνούσε και πού να με πάρει ο ύπνος. Στριφογύριζα στο κρεβάτι ενώ χίλια δυο σχέδια έκανα για το μέλλον. Θα αγόραζα ένα σπίτι στο Κεράσοβο. Μπορεί κι ακόμα ένα στο Καρπενήσι. Θα πήγαινα στο πιο μεγάλο εμπορικό στο Αγρίνιο και θα Άπαιρνα τα καλύτερα ρούχα για μένα και την Ανέστω. Από ένα χρυσοχοείο θα αγόραζα ένα ακριβό ρολόι της τσέπης κι ένα κεχριμπαρένιο κομπολόι. Ακόμη θα πήγαινα στο Μακρομήτσο τον τσαγκάρη και θα παράγγελνα ένα ζευγάρι πέτσινες μπότες, σαν κι αυτές που έστειλαν το γερο- Μιχάλη απΆ την Αμερική.
Με όλα αυτά τα σχέδια στο μυαλό
μου, σιμά το πρωί, για καμιά μισή ώρα, με πήρε ο ύπνος κι άρχισα να βλέπω ένα παράξενο και σημαδιακό όνειρο:


Ήμουν λέει στη μέση από ένα
σταυροδρόμι και είχα μια μεγάλη κανίστρα με ψωμνιά μικρά και στρογγυλά σαν κι αυτά που μεταλαβαίνουν τους χριστιανούς οι καθολικοί παπάδες. Την είχα μπρος
μου κι εγώ καθόμουν σταυροπόδι ακριβώς στη μέση του δρόμου. Από κει περνούσαν τρέχοντας αφηνιασμένα ξεσαμάρωτα άλογα χωρίς καβαλάρηδες και κάρα, που τα
έσερναν βουβάλια και πάγαιναν μόνα τους χωρίς να έχουν πάνω κανένα άνθρωπο ή φορτίο. Κι ενώ σχεδόν με άγγιζαν καθώς ντούχνιαζε ο δρόμος απΆ την σκόνη εγώ έμενα εκεί χωρίς να πάθω τίποτα. Ύστερα από τα τέσσερα σημεία των δρόμων είδα μεγάλο πλήθος από γυναίκες και παιδιά να έρχονται κι όταν έφτασαν σε μένα, εγώ άπλωνα το χέρι κι έδινα από ένα ψωμάκι τον καθένα μέσα από το μεγάλο πανέρι κι αυτοί μου χαμογελούσαν ευχαριστημένοι. Αυτό γίνονταν μέχρι που τελείωσαν όλοι και τότε ξαφνικά διαπίστωσα πως τάχα είχα ψηλώσει κι έγινα ως δυο μέτρα και μπροστά μου
στέκονταν χαμογελαστός κι ευχαριστημένος ο ¶γιος Νικόλαος, που μου είπε:

-¶για έκανες παιδί μου, που τα μοίρασες. Να έχεις την
ευλογία μου. Και σήκωσε το χέρι μέσα από το φαρδομάνικο ράσο και με ευλόγησε.
Μετά όλα χάθηκαν από μπροστά μου κι εγώ βρέθηκα ξυπνητός πάνω στο αχυρένιο στρώμα ν Άακούω τη σκούπα της κυρά
Ανέστως, που είχε ξυπνήσει νωρίς, καθώς σάρωνε στο διάδρομο.

Έτριψα τα μάτια μου και ξανάφερα στο νου μου το παράξενο όνειρο. Τι να σήμαιναν όλα αυτά; Μήπως ο ¶γιος, κοντά στο εκκλησάκι του οποίου βρήκα τις λίρες, μου έστελνε ένα ξεκάθαρο μήνυμα; Μήπως μου έλεγε τι να τις κάνω; ¶λλωστε δεν ήταν δικές μου. Η αφεντιά του τις φύλαγε απείραχτες δίπλα του τόσα χρόνια και πάλι εκείνος θα διάλεξε εμένα να τις βρω για κάποιο σκοπό, που με το όνειρο μου φανερώνει. Και δεν χρειάζονταν ονειροκρίτης. Φως φανάρι. Ο ¶γιος ήθελε να
μοιράσω τις λίρες, όπως έκανα στΆ όνειρό μου τα ψωμνιά. Και πίστεψα τότε και το πιστεύω και σήμερα ακόμα, που τόσο έχουν αλλάξει οι καιροί, πως η ευλογία ενός ¶γιου έχει μεγαλύτερη αξία κι από ένα δωμάτια χρυσάφι.

Πήρα λοιπόν τη μεγάλη απόφαση, που από τότε και μέχρι σήμερα δεν μου την συγχώρησε κανείς. Να μοιράσω τις λίρες στους κατοίκους του χωριού. Όλοι τους ήταν φτωχοί σαν κι εμένα.
Σε λίγο τέλειωσε η γυναίκα μου το σκούπισμα και ήρθε μέσα στο δωμάτιο.
-Καλημέρα, Γώγο. Καλά ξυπνητούρια. Πού βολοδερνόσουν πάλι όλη τη νύχτα στις ερημνιές και τα ρουμάνια. Δε βαρέθηκες το ψάξιμο; Ποια κατάρα σε δέρνει σε όλη τη ζωή σου;
Αυτά είπε η Ανέστω, αλλά εγώ δε μίλησα καθόλου. Ήθελα να σηκωθώ και να φωνάξω, πως είχα δίκιο που έσκαβα τόσα χρόνια. Πως οι κόποι μου είχαν δικαιωθεί. Πως βρήκα λίρες και μάλιστα πολλές, αλλά εγώ είχα πια πάρει την απόφασή μου και δεν ήθελα να φανερώσω τίποτα στη γυναίκα μου μέχρι να την τελέψω. Μόνο είπα:
- Σε παρακαλώ Ανέστω, μου ψήνεις ένα καφέ κι έχω δουλειά στην πλατεία.
Ο καφές ψήθηκε, τον ήπια στα γρήγορα, ντύθηκα κι έφυγα για την πλατεία του χωριού. Πήγα να βρω τον παπα-Μάρκο, να του εμπιστευτώ το μεγάλο μυστικό και να πάρω τη συμβουλή του.
Ήταν ένας σεβάσμιος γέροντας και όλο το χωριό τον αγαπούσε.

Τον βρήκα να περιποιείται κάτι δεντράκια που είχε φυτέψει στην αυλή της εκκλησιάς. ¶νοιξα τη βαριά σιδερένια
πόρτα του προαύλιου και πλησιάζοντάς τον το χαιρέτησα φιλώντάς του το χέρι.

- Καλημέρα άγιε πατέρα.
- Καλημέρα Γώγο. Ποιος καλός αέρας σΆ έφερε κατά δω;
- Παπα-Μάρκο θα ήθελα τη συμβουλή σου πάνω σΆ ένα πολύ
σοβαρό θέμα. Μήπως μπορούμε να περάσουμε στον πρόναο να τα συζητήσουμε; Είναι κανείς άλλος στην εκκλησία;
- Όχι δεν είναι. Πάμε μέσα να τα πούμε με την ησυχία
μας.

Μπήκαμε και η δυο στον πρόναο.
Δεξιά μας ήταν μια μεγάλη βιβλιοθήκη με βιβλία της εκκλησίας και μπροστά της ένα μικρό τραπέζι με δυο καρυδένιες καρέκλες λίγο θαμπές απΆ το χρόνο. Αριστερά μας ήταν η είσοδος της εκκλησίας και πάνω από την πόρτα η εικόνα του Χριστού μΆ
ένα αγκάθινο στεφάνι στο κεφάλι. Ο παπάς κάθισε στη μια καρέκλα και στην άλλη εγώ.

-Λέγε, μου είπε, τι συμβαίνει;
Με λίγες κουβέντες του φανέρωσα
για την εύρεση του θησαυρού κοντά στο ξωκλήσι του Αϊ-Νικόλα, για το όνειρο που είδα και για την απόφασή μου να μοιράσω το θησαυρό. Όσο μιλούσα τόσο το πρόσωπο του παπα-Μάρκου γίνονταν πιο χαμογελαστό και όταν τελείωσα μου είπε ακουμπώντας ο χέρι στον ώμο μου.

-Γώγο είσαι ένας πολύ καλός άνθρωπος και γιΆ αυτό με τη
βοήθεια του Θεού βρήκες το θησαυρό. Η απόφασή σου να τον μοιράσεις φανερώνει την καλοσύνη σου και τη χριστιανική σου καρδιά. Εγώ προτείνω να κάνουμε μια κατάσταση με όλες τις
φαμελιές του χωριού και με όσα άτομα έχει η κάθε οικογένεια και αφού μετρήσουμε τις λίρες να δούμε πόσες πέφτουν σε κάθε φαμελιά, αφού κρατήσεις για τον εαυτό σου καμιά πενηνταριά, διότι εσύ τις βρήκες και έτσι πρέπει να γίνει.

-Κατά τα άλλα παπά με βρίσκεις σύμφωνο αλλά δεν
πρόκειται ν α πάρω εγώ περισσότερες απΆ τους άλλους.
-Όπως θέλεις, μου είπε ο παπάς και συμφωνήσαμε να
ζητήσει ο παπα-Μάρκος από το Γραμματέα της Κοινότητας να του κάνει μια κατάσταση, χωρίς να του φανερώσει το λόγο και όταν αυτή είναι έτοιμη, ο παπάς να πει στους χωριανούς την τάδε ημέρα και ώρα να συγκεντρωθούν όλοι στην πλατεία, διότι τους θέλει για ένα σοβαρό λόγο κι εκεί εγώ να τους μοιράσω τις λίρες.
Όταν πήγα στο σπίτι είχε πια μεσημεριάσει. Ήταν μια μέρα γλυκιά και οι ανθισμένες εκατόφυλλες τριανταφυλλιές
της αυλής σκορπούσαν τριγύρω απλόχερα τη μυρωδιά τους. Κι εγώ διάβηκα το κατώφλι κι ένοιωθα πολύ ανάλαφρος μετά τη μυστική συμφωνία με τον παπα-Μάρκο.
Λες και είχαν φτερά τα πόδια μου και η ψυχή μου. Βρήκα τη γυναίκα μου να μαγειρεύει στο τζάκι και τη χαιρέτισα αρκετά κεφάτος.

-Σαν πολύ χαρούμενο σε βλέπω σήμερα Γώγο μου, μήπως
συνέβη κάτι ευχάριστο κι εγώ δεν το ξέρω; μου είπε εκείνη καθώς έριχνε ντομάτα στο φαγητό.
-Τίποτε σπουδαίο, της απάντησα, χωρίς να φανερώσω το
μυστικό, που είχα μέσα μου κι αναγάλλιαζε την καρδιά μου.
Μέχρι να ετοιμαστεί το φαγητό πετάχτηκα στην αχυραποθήκη αφού πήρα μαζί μου μια παλιομπατανία. ¶νοιξα την πόρτα και μπήκα κλείνοντας καλά πίσω μου. Έστρωσα κάτω τη μπατανία
κι άδειασα πάνω της από την κόφα όλες τις λίρες. Ύστερα ξεκρέμασα από τον τοίχο ένα μεγάλο δερμόνι κι άρχισα να
μετρώ εκεί μέσα τις λίρες. Το μέτρημα κράτησε πάνω από μια ώρα. Ήταν χίλιες πεντακόσιες δώδεκα. Και μόλις που τελείωσα άκουσα από την πόρτα του σπιτιού τη φωνή της Ανέστως.

-Γώγο, πού είσαι; Έλα να φάμε, το φαγητό είναι έτοιμο.
-Τώρα έρχομαι, της απάντησα. Στη συνέχεια έβαλα την κόφα
πάνω στο δερμόνι, έριξα πάνω την μπατανία και βγήκα πηγαίνοντας για φαγητό.
Την παράλλη μέρα το πρωί ο παπα-Μάρκος μου μήνυσε με τον καντηλανάφτη πως με θέλει να πάω στην εκκλησιά. Τον
βρήκα να κάθεται στον πρόναο και να κρατάει στα χέρια του την κατάσταση, που του έφτιαξε ο γραμματικός. Τον χαιρέτισα βγάζοντας το σκούφο μου κι εκείνος μου είπε:

-Κάθισε Γώγο. Είμαστε χίλιοι τετρακόσιοι ενενήντα έξι ψυχές
και τέσσερις ξενομερίτες, που είστε εσύ, η γυναίκα σου και τα δυο παιδιά σου που έμειναν στο Κεράσοβο.
Ακριβώς δηλαδή χίλιοι πεντακόσιοι.

-Κι εγώ παπά μου μέτρησα τις λίρες και τις βρήκα χίλιες
πεντακόσιες δώδεκα.
-Πολύ καλά, συνέχισε ο παπα- Μάρκος. Από μια λίρα το
άτομο και δώδεκα να κρατήσεις εσύ.
-Όχι, παπά μου, του αποκρίθηκα. Οι δώδεκα θα είναι για την
Εκκλησιά, να φτιάξετε καινούρια στασίδια και να ζωγραφίσετε καμιά εικόνα στον τοίχο.
-Πολύ καλά, απάντησε ο παπάς. Ας έχεις πάντα την ευλογία
του Θεού και θα γίνει όπως θέλεις. Σήμερα είναι Παρασκευή. Μεθαύριο Κυριακή, μετά τη λειτουργία θα πω σΆ όσους έρθουν στην εκκλησία, να το μεταφέρουν και στους γείτονές τους, πως τη Δευτέρα το πρωί θα χτυπήσω σύναξη την καμπάνα, να συγκεντρωθούν όλοι οι αρχηγοί των οικογενειών στην πλατεία
κι αν λείπουν οι άντρες να Άρθουν οι γυναίκες τους γιατί τους θέλω για ένα σπουδαίο ζήτημα. Εσύ θα έχεις έρθει από νωρίτερα εδώ που είμαστε τώρα με τις λίρες μέσα σε μια λινάτσα. Όταν θα συγκεντρωθούν όλοι, θα πάμε και μεις εκεί, άλλωστε δίπλα μας θα είναι, με τη λινάτσα και το μεγάλο πανέρι της εκκλησίας και αφού πρώτα τους μιλήσω εγώ, εσύ
θα ρίξεις τις λίρες στο πανέρι και θα τους τις μοιράσεις, όπως ακριβώς το είδες στΆ όνειρό σου, σύμφωνα βέβαια την κατάσταση.

Και πράγματι έγινε όπως τα είχε προγραμματίσει ο παπα- Μάρκος. Την Κυριακή μετά τη λειτουργία είπε στη εκκλησία
για τη συγκέντρωση. Το πρωί της Δευτέρας χτύπησε την καμπάνα και μαζεύτηκαν όλοι οι φαμελίτες στην πλατεία, όπου πήγα κι εγώ με τον παπά, τη λινάτσα και το πανέρι.

Ο παπάς ανέβηκε πάνω στον τοίχο της πλατείας και μίλησε στους συγκεντρωμένους:
-Ακούστε εδώ χωριανοί. Ο Θεός είναι πολύ Μεγάλος και
πολύ καλός. Είναι η πηγή της καλοσύνης. Υπάρχουν όμως και καλοί άνθρωποι. Ο μεγάλος Θεός λοιπόν οδήγησε τον καλό ετούτο άνθρωπο, το Γώγο Δούρτσα, που όλοι σας νομίζω γνωρίζετε, δίπλα στο ξωκλήσι του Αϊ- Νικόλα, όπου ή χάρη του για πολλά χρόνια φύλαγε έναν κρυμμένο θησαυρό. Ο Γώγος λοιπόν βρήκε το θησαυρό και σαν καλός χριστιανός που είναι, αποφάσισε να μην τον κρατήσει για τον εαυτό του και να γίνει πολύ
πλούσιος, αλλά να τον μοιράσει στο χωριό ανάλογα με τα άτομα της κάθε οικογένειας, βοηθώντας ταυτόχρονα και την εκκλησία. Εγώ σαν πνευματικός σας πατέρας σας βεβαιώνω ότι ο Γώγος με την πράξη του αυτή γίνεται πλούσιος για τον
ουρανό και ο Θεός θα την γράψει με μεγάλα γράμματα στα κατάστιχα που κρατάει.
Με την ευκαιρία θα ήθελα να σας συμβουλέψω πως τις λίρες που θα πάρετε, να μην τις ξοδέψετε άσκοπα εδώ κι εκεί, αλλά κοιτάξτε να πιάσουν τόπο. Αυτά είχα να σας πω. Και τώρα εγώ θα φωνάζω το όνομα του νοικοκύρη και αυτός θα περνά να του δίνει ο Γώγος το μερίδιό του.

Αφού τέλειωσε ο παπάς ξέσπασαν όλοι σε χειροκροτήματα και
Ζητωκραυγές. Οι περισσότεροι έλεγαν: «Μπράβο Γώγο!»
Ύστερα ο παπάς άρχισε να διαβάζει τα ονόματα κι εγώ να δίνω ό,τι αναλογούσε στον καθένα. Πολλοί έκλαιγαν από τη χαρά τους. Η κυρά Φρόσω η χήρα με τα τρία παιδιά, εκτός από το χέρι του παπά, ήθελε να φιλήσει και το δικό μου χέρι κλαίγοντας, αλλά εγώ δεν την άφησα.
Για να μην τα πολυλογώ φίλοι μου
οι λίρες μοιράστηκαν, πήρα κι εγώ το μερτικό μου και ο παπα- Μάρκος το δικό του μερτικό και το μερτικό της εκκλησίας, καθώς είχαμε συμφωνήσει. Καταχαρούμενος γύρισα στο σπίτι μου και φανέρωσα στην Ανέστω τα καθέκαστα. Στην αρχή
ακούγοντάς τα έμεινε άφωνη.

Εγώ φοβήθηκα πως θα άρχιζε να με αποπαίρνει με τις φωνές.
Όταν συνήλθε κάπως, έκανε το σταυρό της λέγοντας:
-Πολύ καλά και άγια έκανες Γώγο μου. Μεγάλη να είναι η
χάρη του Αϊ- Νικόλα και να φυλάει εμάς και τα παιδιά μας από κάθε κακό. Τα λεφτά δεν κάνουν τον άνθρωπο.
Μόνο να Άχουμε υγεία και προκοπή.


Αυτή η μέρα, που λες δάσκαλε ήταν η ευτυχέστερη της ζωής μου. Ξέχασα να σου πω πως από την άλλη μέρα άρχισα
να αναγυρίζω πάλι τη γης για να βρω λίρες. Και τούτο κάνω μέχρι και σήμερα που είμαι ενενήντα ενός χρονών παρακαλώ.

-Και μέχρι τα διακόσια σου εσύ θα ψάχνεις Γώγο, είπε
χαριτολογώντας ο Κωστα-Κουτσιούμπας.
Ο Μπάρμπα- Γώγος τον κοίταξε και χαμογέλασε χωρίς να πει τίποτε. Ύστερα έβγαλε την καπνοσακούλα του, έβαλε ένα
τσιγαρόχαρτο ανάμεσα στο δείχτη και τον αντίχειρα του αριστερού του χεριού, το γέμισε με το δεξί καπνό και με μια επιδέξια κίνηση άρχισε να το στρίβει. Αφού το Άστριψε και κόλλησε με σάλιο την μια του άκρη, έβγαλε απΆ την τσέπη του τον αναπτήρα με το μεγάλο φυτίλι, το τσακμάκισε δυο τρεις φορές κι αφού άναψε το φυτίλι, τΆ ακούμπησε στο στριφτό του και ρούφηξε δυνατά, μέχρι που βγήκε ντουμάνι ο καπνός απΆ τΆ αναμμένο τσιγάρο. Τράβηξε ακόμα δυο τρεις βαθιές ρουφηξιές, ενώ ταυτόχρονα τραβούσε προς τα κάτω το φυτίλι να σβήσει.

Σιγά- σιγά άρχισε να σκοτεινιάζει και πρώτος ο Νικο- Πλατύς, που έμενε κάπως μακριά, σηκώθηκε από την καρέκλα του.
-Εγώ λέω να το διαλύσουμε είπε. Μια άλλη μέρα να
κανονίσουμε να ξαναβρεθούμε, για να μας πει ο Γώγος κι άλλες περιπέτειές του. Μπορεί να σας πω κει εγώ μια δική μου, που μέχρι τώρα δεν την έχω πει σε κανένα.
-Την Κυριακή το απόγεμα μπορώ να Άρθω, είπε ύστερα από λίγη σκέψη ο Μπάρμπα- Γώγος.
Είμαστε όλοι σύμφωνοι;

-Σύμφωνοι!
Απάντησαν όλοι οι άλλοι με μια φωνή.






………………………………………………………………………………………..
απόσπσσμα από το έργο μου: "ΟΤΑΝ ΗΜΟΥΝ ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΣΤΑ ΑΓΡΑΦΑ"


Σεραφείμ Χατζόπουλος κι εδώ ¶γγελος Χατζής

Searafeim Hatzopoulos

Αριθμός μηνυμάτων : 117
Ηλικία : 72
Τόπος : Βαρδαλή Δομοκού Φθιώτιδας
Registration date : 19/02/2008

Character sheet
castle:
0/0  (0/0)

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Η ΛΙΜΝΗ ΔΟΪΡΑΝΗ ΚΙΛΚΙΣ (2/5 ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΙ 3/5 ΣΚΟΠΙΑΝΗ)

Δημοσίευση από Searafeim Hatzopoulos Την / Το Τρι Σεπ 07, 2010 12:40 pm

ΠΕΡΙ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ Ο ΛΟΓΟΣ
Εκείνο που μας ενδιαφέρει εμάς τους Έλληνες είναι τελικά πόσοι από τους λεγόμενους σλαβομακεδόνες πολιτικούς πρόσφυγες όταν ήρθε η ώρα και ρωτήθηκαν δήλωσαν εγγράφως Έλληνες και πόσοι Μακεδόνες. Και ξέρουμε ότι αργότερα όταν η Ελληνική Πολιτεία ενώ επέτρεψε τον επαναπατρισμό των Ελλήνων ταυτόχρονα απαγόρεψε και συνεχίζει να απαγορεύει τον επαναπατρισμό των λεγόμενων σλαβομακεδόνων. Βέβαια τα νούμερα που δίνουν κάποιοι συγγραφείς 20 ή ακόμη και 30% σλαβομακεδόνων στο δεύτερο αντάρτικο είναι υπερβολικά! Η αλήθεια είναι ότι δεν ξεπερνούσαν το 7 ή 8%.
Θυμάμαι πως το 1982 συνάντησα σε κάποια πλατεία των Σκοπίων ένα ηλικιωμένο ο οποίος όταν άκουσε να oμιλώ Ελληνικά με τη γυναίκα μου μας πλησίασε και είπε:
-Κι εγώ είμαι Έλληνας αλλά στο παρελθόν έκανα ένα ολέθριο λάθος δηλώνοντας πως είμαι σλαβομακεδόνας και τώρα ο δρόμος για την Πατρίδα (την Ελλάδα) είναι κλειστός και θα αφήσω τα κόκαλά μου σε ξένη χώρα και όχι στο χωριό μου κάπου κοντά στη Φλώρινα.
Για μένα το Ρουμελιώτη Μακεδόνες είναι οι απόγονοι των αρχαίων μακεδόνων, που ήταν Έλληνες 100% όπως οι Αθηναίοι, οι Σπαρτιάτες οι Θηβαίοι, οι Θεσσαλοί και όλοι οι άλλοι και όχι οι Σλάβοι ή οι Βούλγαροι.
Μακεδονικής καταγωγής μπορεί να είναι η φυλή των Κάλας στο μακρινό Αφγανιστάν και όχι οι σκοπιανοί γείτονές μας…..

Σεραφείμ Χατζόπουλος
κι εδώ ¶γγελος Χατζής

Searafeim Hatzopoulos

Αριθμός μηνυμάτων : 117
Ηλικία : 72
Τόπος : Βαρδαλή Δομοκού Φθιώτιδας
Registration date : 19/02/2008

Character sheet
castle:
0/0  (0/0)

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή


 
Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτή
Δεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης