neo monastiri

Καλά Χριστούγεννα θεία Μαριέττα

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω

Καλά Χριστούγεννα θεία Μαριέττα

Δημοσίευση από pako.maria Την / Το Τετ Δεκ 24, 2008 9:35 am







Ο Μάρκος πήδηξε απΆ το πεζοδρόμιο και άρχισε να περπατάει, σέρνοντας τα πόδια του μέσα στο παχύ χιόνι. Γύρω και πλάι του κόσμος περνούσε βιαστικός, χωρίς να δίνει προσοχή στον πιτσιρίκο που έπαιζε με το σκύλο του τον Παυλίτο. Ο παγωμένος αέρας ξύριζε τα ξαναμμένα πρόσωπα και οι νιφάδες του χιονιού που στροβιλίζονταν θάμπωναν τα μάτια. Κανείς δεν ενδιαφερόταν για τις στολισμένες βιτρίνες και τις φωτεινές γιρλάντες των δρόμων. Όλοι βιάζονταν να γυρίσουν σπίτι τους. Η νύχτα έπεφτε. Κι ήταν παραμονή Χριστουγέννων. Ο Μάρκος πήρε στην αγκαλιά του τον Παυλίτο. ΄΄ Τι βαρύς που είσαι χοντρούλη μου ΄΄ μουρμούρισε, ακουμπώντας τρυφερά το μάγουλό του στο κεφαλάκι του σκύλου, που στην πραγματικότητα ήταν πετσί και κόκκαλο. Ο Παυλίτος σαν να ζητούσε συγγνώμη για το ΄΄βάρος΄΄ του, έγλειψε την παγωμένη μυτίτσα του αφεντικού του. Αυτή η χαδιάρικη κίνηση του σκύλου του έφερε στο νου πως κανείς δεν τον είχε φιλήσει εδώ και ένα χρόνο, από τότε που πέθανε η μανούλα του. Πατέρα δεν είχε και τον πήρε κοντά της μια γειτόνισσα, που τη φώναζε θεία Μαριέττα. ΄΄ Θα τον προσέχω σαν τα δικά μου παιδιά ΄΄, είχε υποσχεθεί στη μανούλα του. Πραγματικά, τον έστειλε στο σχολείο μαζί με τα παιδιά της και έτρωγαν όλοι στο ίδιο τραπέζι. Δεν ήταν κακιά μαζί του, αλλά του φόρτωνε τα θελήματα του σπιτιού. Και όταν το βράδυ έπεφταν στα κρεβατάκια τους και περνούσε να τα σκεπάσει, ο Μάρκος περίμενε να σκύψει να τον φιλήσει, όπως έκανε στα δικά της παιδιά. Αλλά αυτή πάντα το ξεχνούσε. Ίσως και να μην τον αγαπούσε. Μα πώς να τον αγαπάει έτσι ασχημούλης που ήταν, μΆ αυτά τα κόκκινα μαλλιά και ένα σωρό αντιπαθητικές φακίδες στο πρόσωπο; Το αγοράκι προχωρούσε τοίχο τοίχο, για να προστατεύεται απΆ το χιόνι που το έπνιγε. Τα μουσκεμένα παπούτσια του έκαναν ένα παράξενο θόρυβο. Ξαφνικά το βλέμμα του έπεσε στη φωτισμένη βιτρίνα ενός ζαχαροπλαστείου και τα μάτια του άνοιξαν ολοστρόγγυλα. ΄΄ Παυλίτο, κοίτα ένας ¶γιο Βασίλης από ζάχαρη. Τι νόστιμος θα ΄ναι! ΄΄. Ο Παυλίτος γρύλισε επιδοκιμαστικά και έχωσε τη μουσούδα του στο τριμμένο παλτό του φίλου του. Ο Μάρκος κόλλησε τη μύτη του στο τζάμι και κοίταξε μέσα. Ένα αγοράκι στην ίδια ηλικία μΆ αυτόν στεκόταν αναποφάσιστο μπροστά σΆ ένα σωρό ζαχαρωτά ζωάκια. Ο Μάρκος αναρωτιόταν, τι θα διάλεγε, ήταν όλα τους λαχταριστά. Ο πατέρας του παιδιού έδειξε στον καταστηματάρχη όλη τη σειρά με τα ζαχαρωτά και κείνος τα τύλιξε σε μια γιορτινή συσκευασία. ΄΄ τυχαράκια΄΄ μουρμούρισε ο Μάρκος. Μα τη στιγμή που έκανε να φύγει, άκουσε τον κύριο να του λέει ΄΄ αυτά για σένα΄΄ και του πρόσφερε δύο ζωάκια. ΄΄ κι ένα για σένα ομορφούλη μου΄΄ είπε ξανά, βάζοντας ένα ζαχαρωτό στο στόμα του σκύλου, που κούνησε την ουρά του ευχαριστημένος για το απρόσμενο κέρασμα. Ο Μάρκος δάγκωσε άπληστα τη λιχουδιά του και είπε στο σκύλο: ΄΄είναι ώρα να γυρίσουμε φιλαράκο΄΄. Στη στροφή του δρόμου είχε μια έμπνευση: ΄΄ Παυλίτο, πάμε να δούμε τη φάτνη στην Εκκλησία; Είναι Χριστούγεννα΄΄. Το χιόνι είχε σταματήσει, αλλά το χιόνι τώρα περόνιαζε περισσότερο τα κόκκαλα. Ο Μάρκος έσφιξε όσο μπορούσε το παλτό του, για να μην περνάει ο παγωμένος αέρας και τάχυνε το βήμα του. Ξαφνικά διέκρινε τον Πέτρο, το γιο της θείας Μαριέττας. ΄΄Πέτρο΄΄ του φώναξε και κείνος έτρεξε προς το μέρος του: ΄΄ Σε ψάχνω εδώ και μισή ώρα΄΄ είπε στο Μάρκο. ΄΄Απόψε μετά την Εκκλησία είμαστε καλεσμένοι στο σπίτι της νονάς μου. Όταν γυρίσεις, θα βρεις το κλειδί κάτω από την ψάθα της πόρτας. Γεια σου, και απομακρύνθηκε, τρέχοντας. Ο Μάρκος έμεινε αποσβολωμένος. Ώστε θα περνούσε μόνος του τη νύχτα των Χριστουγέννων; Έσκυψε και πήρε τον Παυλίτο στα χέρια του και τον έσφιξε πάνω του. Το σκυλί κατάλαβε και του ΅γλειψε ζωηρά τα χέρια. Το αγόρι ανέβηκε τα σκαλιά της Εκκλησίας και στάθηκε μπροστά στην ξύλινη πόρτα και κοίταξε γύρω του. Κανείς δεν τον έβλεπε. Έκρυψε τον Παυλίτο κάτω από το παλτό του και μπήκε προσεκτικά στην Εκκλησία. Όλα ήταν έτοιμα για τη βραδινή λειτουργία. Κοίταξε μαγεμένος τα μικρά κέρινα αγγελάκια και τους μεγαλόπρεπους ολόσωμους αγγέλους και στεκόταν θαμπωμένος. Ξαφνικά ένας ρίγος τον διαπέρασε και μια φωνή του ξέφυγε. Εκεί πίσω, κοντά στο αστέρι, ανάμεσα στους αγγέλους είδε τη μανούλα του και του χαμογελούσε. Η καρδιά του κόντευε να σπάσει. Έμεινε για λίγα λεπτά ακίνητος. ΄΄Ε φιλαράκο, δεν είναι μέρος εδώ για σκυλιά΄΄. Η αυστηρή φωνή του νεωκόρου τον ξανάφερε στην πραγματικότητα. Ο μικρούλης μέσα στη συγκίνησή του δεν πρόσεξε, ότι ο Παυλίτο του είχε ξεφύγει και ρουθούνιζε κοντά στΆ αρνάκια της φάτνης. Αμέσως πήρε το φίλο του υπό μάλης και βγήκε από την Εκκλησία. Δεν του ΅κανε όμως καρδιά να φύγει. ΄΄Θέλω να ξαναδώ τη μητέρα μου΄΄ μουρμούρισε μέσα από τα δάκρυα που θόλωναν τα μάτια του. Πήγε στη πλαϊνή πόρτα της Εκκλησίας και κάθισε στα σκαλοπάτια. Θα περίμενε μέχρι να μαζευτούν οι άνθρωποι για τη λειτουργία και τότε θα τρύπωνε και θα πλησίαζε τη φάτνη, για να δει τη μανούλα του. Όμως σε λίγο το σώμα του βάρυνε, τα μάτια του έκλεισαν και δεν ένοιωθε τίποτε. Όταν ξανάνοιξε τα μάτια του, βρισκόταν σΆ ένα ζεστό κρεβατάκι με κάτασπρα σεντόνια και ένα τρυφερό χέρι του χάιδευε τα μαλλιά. ΄΄Πως δεν ξεπάγιασες μικρό μου, πως δεν ξεπάγιασες΄΄, έλεγε και ξανάλεγε η θεία Μαριέττα μέσα από τα δάκρυά της. ΄΄Ακούς εκεί να αποκοιμηθείς στα σκαλιά της Εκκλησίας. Εγώ φταίω. Αν σε περνάμε μαζί μας, δεν θα γύριζες μέσα στο κρύο. Πως δεν μου ξεπάγιασες μικρό μου΄΄. Κι έτσι καθώς μισό κοιμότανε ένοιωσε στο μάγουλό του ένα ζεστό στοργικό φιλί. ¶νοιξε τα μάτια του και της χαμογέλασε ευτυχισμένος. ΄΄ Καλά Χριστούγεννα΄΄ μουρμούρισε. Ύστερα τα ξανάκλεισε και αποκοιμήθηκε
ΠΗΓΗ ΦΑΡΣΑΛΙΝΟΣ ΛΟΓΟΣ...

pako.maria

Αριθμός μηνυμάτων : 229
Ηλικία : 44
Τόπος : ΦΑΡΣΑΛΑ
Registration date : 17/09/2008

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή


 
Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτή
Δεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης